Ο μηχανισμός στρατηγικών οικονομικών επιπτώσεων του στενού του Ορμούζ

Ορμούζ

Εξετάζοντας τις οικονομικές διαστάσεις στην Μέση Ανατολή μπορεί να διαφανεί ποια θα είναι η εξέλιξη της σύγκρουσης, επειδή κάθε χώρα αναγκάζεται να πάρει συγκεκριμένες αποφάσεις εκ των πραγμάτων και ένεκα της γεωγραφικής της θέσης. Όσα εξελίσσονται τώρα στο Ιράν, μπορεί να διαμορφώσουν τον παγκόσμιο αγώνα ισχύος ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα για δεκαετίες.

 

 

Γράφει ο Γιώργος Ατσαλάκης*

Η Κίνα δαπάνησε χρόνια επιχειρώντας σιωπηρά και στρατηγικά να αποδυναμώσει τις ΗΠΑ και το δολάριο. Το Ιράν έγινε ένα από τα πεδία δοκιμής της. Εφόσον το Ιράν ήταν ήδη απομονωμένο από τα δυτικά χρηματοπιστωτικά δίκτυα, το Πεκίνο άρχισε να αγοράζει μεγάλες ποσότητες ιρανικού πετρελαίου σε χαμηλές τιμές, πληρώνοντας σε κινεζικό νόμισμα αντί για δολάρια. Αυτό δεν ήταν απλώς εμπόριο, ήταν ένα πείραμα με στόχο τη μείωση της κυριαρχίας του δολαρίου. Οι ιρανικοί πύραυλοι πλέον καθοδηγούνται από κινεζικούς δορυφόρους. Η Κίνα απέστειλε χημικά καύσιμα πυραύλων, συστήματα ακριβείας καθοδήγησης και άλλα εξαρτήματα. Μέχρι τη στιγμή που ξέσπασε ο πόλεμος, το Ιράν διέθετε 2.000 βαλλιστικούς πυραύλους, το μεγαλύτερο οπλοστάσιο σε όλη τη Μέση Ανατολή, χτισμένο πάνω σε κινεζικές γραμμές εφοδιασμού και καθοδηγούμενο από κινεζικούς δορυφόρους.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήδη κατέχουν αποφασιστική επιρροή σε αρκετές από τις πιο κρίσιμες εμπορικές οδούς του πλανήτη  όπως το Στενό της Μαλάκκας, τη Διώρυγα του Σουέζ και τη Διώρυγα του Παναμά. Εάν αποκτήσουν αντίστοιχη επιρροή και στο Στενό του Ορμούζ, οι ενεργειακές «αρτηρίες» που τροφοδοτούν την κινεζική οικονομία θα διέρχονται από ύδατα προστατευόμενα πρακτικά από μία και μόνη ναυτική δύναμη.

Η πρακτική χρήση ναρκών, drones και πυραύλων στη θαλάσσια περιοχή του Περσικού Κόλπου, αυξάνει την αβεβαιότητα στις θαλάσσιες μεταφορές και απαιτεί δαπανηρές επιχειρήσεις εξουδετέρωσης (π.χ. μη επανδρωμένα υποβρύχια οχήματα, ναυτικές ομάδες εκκαθάρισης). Εφόσον μεγάλες εγκαταστάσεις (π.χ. το νησί Kharg) υποστούν ζημιές, η προσφορά πετρελαίου μειώνεται δραματικά και οι παγκόσμιες τιμές αντιδρούν, με απτές επιδράσεις στο κόστος δανεισμού, στις αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων και στην εμπιστοσύνη των αγορών. Ο παρακάτω μηχανισμός ήδη εξελίσσεται διαταράσσοντας την παγκόσμια οικονομία.

  1. Μείωση προσφοράς ενέργειας αυξάνει την τιμή της ενέργειας. Μια διακοπή ή μείωση εξαγωγών (π.χ. από πληγές στις εγκαταστάσεις ή κλείσιμο του Ορμούζ) αυξάνει τη διεθνή τιμή πετρελαίου καθώς το από το στενό Ορμούζ διέρχεται περίπου 20–25% των θαλάσσιων ροών πετρελαίου.
  2. Η αύξηση κόστους ενέργειας αυξάνει κόστος μεταφοράς & παραγωγής. Αυτό διοχετεύεται κατά μήκος της εφοδιαστικής αλυσίδας: ασφάλιστρα, εναλλακτικές διαδρομές, προσαρμογή στόλων/δρομολογίων, και συναφείς επανεκτιμήσεις κόστους.
  3. Η εμφάνιση προσδοκιών πληθωρισμού επηρεάζει την νομισματική πολιτική. Οι κεντρικές τράπεζες αντιδρούν σε αυξανόμενες προσδοκίες πληθωρισμού (ή σε πραγματική άνοδο τιμών) με αύξηση επιτοκίων για να μειωθεί η ρευστότητα και η ζήτηση. Αυτό με τη σειρά του μεταβάλλει αποδόσεις ομολόγων και αποτιμήσεις κινδύνου.
  4. Απότομη μεταβολή αποδόσεων επηρεάζει τις χρηματοπιστωτικές αποτιμήσεις. Αύξηση αποδόσεων οδηγεί σε υποχώρηση τιμών ομολόγων και μείωση των μετοχικών αποτιμήσεων, πλήττοντας συνταξιοδοτικά ταμεία, τραπεζικό σύστημα και νοικοκυριά που έχουν χρέος.
  5. Κίνδυνος κοινωνικοπολιτικής έντασης. Οι οικονομικές αντιξοότητες μπορούν να δημιουργήσουν πολιτικό κόστος για κυβερνήσεις (ανάπτυξη, απασχόληση, κόστη ενέργειας), εντείνοντας την αβεβαιότητα και τις πολιτικές αντιδράσεις.

Αυτή η αλυσίδα μετάδοσης, από ένα τοπικό πλήγμα σε ένα στενό μέχρι την παγκόσμια νομισματική/χρηματοπιστωτική επίπτωση, είναι το κλειδί του εγχειρήματος στον πόλεμο του Ιράν.

Ο συνασπισμός ΗΠΑ – Ισραήλ επιδιώκει να επιβάλει την κυριαρχία του με αιφνιδιαστικές «αποκεφαλιστικές» επιδρομές, εκμετάλλευση υπεροχής στις πληροφορίες και στόχευση των δομών διοίκησης του αντιπάλου. Αντίθετα, η στρατηγική της Τεχεράνης αποσκοπεί κυρίως στο να αποφύγει την ολική καταστροφή καθώς μετατρέπει τη σύγκρουση σε μια παρατεταμένη, περιφερειακή αντιπαράθεση. Η ιρανική ηγεσία δεν επιδιώκει απαραίτητα μια γρήγορη, συμβατική νίκη στο πεδίο της μάχης. Προτιμά να δημιουργήσει τέτοιες συνθήκες που οι ΗΠΑ και το Ισραήλ δεν θα μπορούν να πετύχουν σαφή και οριστικά αποτελέσματα χωρίς δυσβάστακτο κόστος.

Την τελευταία δεκαετία το Ιράν έχτισε ένα πολυεπίπεδο πλαίσιο άμυνας που εξισορροπεί τα τεχνολογικά πλεονεκτήματα των αντιπάλων, δημιουργώντας υπόγειες εγκαταστάσεις και κρυφές βάσεις, αποκεντρωμένη διοίκηση που επιτρέπει αυτονομη δράση, εκτεταμένη χρήση πυραύλων και μη επανδρωμένων μέσων, καθώς και ένα δίκτυο περιφερειακών συμμάχων και proxies. Στόχος αυτού του συνόλου μέτρων είναι να διατηρηθεί η δυνατότητα αντεπιθέσεων ακόμα και υπό συνεχή πίεση και, ταυτόχρονα, να επιβληθούν οικονομικά, στρατιωτικά και πολιτικά κόστη στον αντίπαλο. Το τελικό αποτέλεσμα είναι να καταστήσει οποιαδήποτε σύγκρουση μακρόχρονη, δαπανηρή και γεωπολιτικά ταραχώδη με συνέπειες για όλους.

Το Ιράν διασπά την δύναμη πυρός των αντιπάλων του, αναγκάζοντας τις  ΗΠΑ και το Ισραήλ  να προστατεύουν βάσεις, αγωγούς, τερματικούς σταθμούς και ναυτικές οδούς, μειώνοντας  την ικανότητά τους να εφαρμόσουν γρήγορη, και συγκεντρωμένη πίεση και αποτρέπει τυχόν εισβολή εναντίον του.

Το Ιράν υπολογίζει ότι με το κλείσιμο του στενού του Ορμούζ,  μπορεί να επιφέρει υψηλή μεταβλητότητα στις τιμές ενέργειας και παγκόσμια οικονομική αναταραχή. Η αίσθηση ότι η κρίση κοστίζει στον καταναλωτή και στην πολιτική σταθερότητα των χωρών διαμορφώνει πολιτικούς περιορισμούς στην κλιμάκωση. Αποσκοπεί στην υπονόμευση της οικονομικής ανθεκτικότητας των περιφερειακών αντιπάλων και στην εξαγωγή παγκόσμιας οικονομικής κρίσης μέσω της υπονόμευσης της ροής ενέργειας από έναν κρίσιμο στενό.

Με στοχευμένη πληροφοριακή και διπλωματική δραστηριότητα, το Ιράν επιδιώκει να σπρώξει γειτονικές χώρες στην ουδετερότητα, ώστε να δημιουργήσει ρωγμές στη Δύση και να αποτρέψει μελλοντικές συμμαχίες εναντίον του.

Εάν οι ΗΠΑ εισβάλουν στο το νησί Kharg από όπου εξάγεται πάνω από το 90% της ενέργειας τού Ιράν, τότε οι ΗΠΑ θα ελέγχουν την εισροή χρημάτων στο Ιράν. Εάν το καθεστώς του Ιράν καταρρεύσει ή οι εξαγωγές του πετρελαίου αποδυναμωθούν μόνιμα, η Κίνα χάνει έναν από τους κεντρικούς πυλώνες αυτής της στρατηγικής και το δολάριο παραμένει η ραχοκοκαλιά του παγκόσμιου ενεργειακού εμπορίου. Η οικονομία της Κίνας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενη ενέργεια και από θαλάσσιες αρτηρίες. Υπάρχει μια πραγματικότητα που κάθε στρατηγιστής στο Πεκίνο κατανοεί: οι ωκεανοί του κόσμου εξακολουθούν να να παραμένουν ελεύθεροι ναυσιπλοΐας για όλους, καθώς κυριαρχούνται από το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ. Σε οποιαδήποτε παγκόσμια κρίση, ο έλεγχος των θαλάσσιων διαύλων, μπορεί να καθορίσει αν ολόκληρες οικονομίες θα αναπτυχθούν ή θα συρρικνωθούν.

Αυτά που διακυβεύονται στο Ιράν δεν είναι απλώς άμεσες γεωπολιτικές νίκες ή ήττες αλλά  είναι ο τρόπος με τον οποίο θα διαμορφωθούν οι παγκόσμιες δομές ενέργειας, χρηματοοικονομικής εξάρτησης και θαλασσοκρατίας για μια ολόκληρη γενιά. Επομένως, οι αεροπορικές επιδρομές, οι κυρώσεις, οι διαταραχές στις αγορές  πετρελαίου είναι επίσης κομμάτια ενός πολύ μεγαλύτερου στρατηγικού παιχνιδιού, το οποίο μπορεί να καθορίσει την παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων για πολλά χρόνια.

Από την άλλη πλευρά η Κίνα όπλισε το Ιράν. Το Ιράν εξαντλεί τους πόρους των ΗΠΑ και η Κίνα δεν έχει χάσει ούτε έναν στρατιώτη. Ενώ οι ΗΠΑ «καίγονται» χρησιμοποιώντας αναχαιτιστές στη Μέση Ανατολή, η Κίνα παρακολουθεί με ενδιαφέρον γιατί κάθε ρουκέτα που οι ΗΠΑ εκτοξεύουν εκεί είναι μία ρουκέτα λιγότερη διαθέσιμη για την άμυνα της Ταϊβάν. Αυτό ήταν εξαρχής το σχέδιο του Πεκίνου. Το Ιράν φτιάχνει 100 πυραύλους το μήνα, ενώ οι ΗΠΑ κατασκευάζουν μόνο 6 αναχαιτιστές. Κάθε ιρανικός πύραυλος κοστίζει περίπου 500.000 δολάρια, αλλά κάθε αμερικανικός αναχαιτιστής κοστίζει κάποια εκατομμύρια δολάρια. Σε μόλις 15 ημέρες, οι ΗΠΑ είχαν καταναλώσει αναχαιτιστές που θα χρειαστούν χρόνια για να αντικατασταθούν.

Αυτό που βλέπουμε τώρα δεν είναι χάος αλλά τα αρχικά στάδια μιας πολύ μεγαλύτερης στρατηγικής μετατόπισης. Μιας αλλαγής που μπορεί να ορίσει την παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων για τα επόμενα πενήντα χρόνια.

Η μεγαλύτερη απειλή για ένα κράτος δεν προέρχεται απαραίτητα από τον αντίπαλο στο πεδίο της μάχης, αλλά από το δημοσιονομικό βάρος που θα ακολουθήσει. Η νίκη χάνει κάθε αξία αν οδηγήσει σε κατάρρευση των δημόσιων οικονομικών. Ο πόλεμος είναι ριψοκίνδυνος και διαβρωτικός· μπορεί να διαλύσει την κοινωνία που υποτίθεται ότι υπερασπίζεται. Κάθε τακτική επιλογή στο μέτωπο είναι, στην ουσία, μια επιλογή για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα του έθνους. Μια λανθασμένη εκτίμηση δεν στερεί μόνο ζωές, αλλά θέτει σε κίνδυνο την ίδια τη λειτουργία του κράτους. Τα κράτη που αντιλήφθηκαν τον πόλεμο ως οικονομικό εργαλείο,  κάτι που πρέπει να χρησιμοποιείται σπανίως και στρατηγικά, κατάφεραν και επιβίωσαν περισσότερο.  Η δύναμη ενός κράτους δεν προέρχεται μόνο από τον στρατό του αλλά και από την οικονομική του ανθεκτικότητα δηλαδή την ικανότητά του να απορροφά σοκ, να ανακάμπτει και να συνεχίζει να λειτουργεί. Τα κράτη δεν αποτυγχάνουν επειδή χάνουν μάχες. Αποτυγχάνουν επειδή εξαντλούν το κεφάλαιο που τα διατηρεί συνεκτικά, γεμάτα αυτοπεποίθηση και λειτουργικά.

Ο ηγέτης που διαφυλάσσει τους πόρους είναι σοφότερος από τον ηγέτη που κατακτά πόλεις. Ο ηγέτης που νικά χωρίς να πολεμήσει είναι σοφότερος από εκείνον που καταστρέφει στρατούς. Έτσι στον πόλεμο στο Ιράν, η δύναμη δεν μετριέται από το πόσο δυνατά πλήττεις, αλλά από το πόσο μπορείς να αντέξεις οικονομικά να πλήττεις.

Δεδομένης της τρέχουσας ενεργειακής ανεξαρτησίας των ΗΠΑ, μια απότομη άνοδος των τιμών και ένα πετρελαϊκό σοκ φαίνεται πιο εύκολο να αντιμετωπιστεί από τις ΗΠΑ (διαχείριση εγχώριας πληθωριστικής πίεσης) παρά από την Κίνα (που δεν διαθέτει τόσο ισχυρά αποθέματα και μπορεί να «στερηθεί» τις ποσότητες φθηνού πετρελαίου από Βενεζουέλα και Ιράν). Αυτό καθιστά ένα παρατεταμένο εμπάργκο του Στενού του Ορμούζ όχι και τόσο καταστροφικό για τις ΗΠΑ. Ίσως οι ΗΠΑ δεν βιάζονται να ανοίξει ξανά το Ορμούζ, αν η τρέχουσα κατάσταση στραγγαλίζει τη βιομηχανική βάση της Κίνας. Πολλά θα εξαρτηθούν από τις ήδη διεξαγόμενες συζητήσεις και την επικείμενη συνάντηση των προέδρων των ΗΠΑ και της Κίνας και πως θα μειωθούν τα εμπορικά υπερπλεονάσματα της Κίνας ($1,2 τρις το 2025) που αποτελούν συστημικό κίνδυνο για την παγκόσμια βιομηχανία.

 

 

*Είναι Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Ειδήσεις σήμερα

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν