Ένα απρόσμενο τηλεφώνημα από τα κεντρικά γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος έφερε στο φως για τον Θρασύβουλο Μαράκη ένα ιστορικό τεκμήριο που συνδέεται άμεσα με την οικογένειά του: φωτογραφίες από τις τελευταίες στιγμές των 200 κομμουνιστών που εκτελέστηκαν στην Καισαριανή την 1η Μαΐου 1944, ανάμεσά τους και ο παππούς του, Θρασύβουλος Καλαφατάκης.
Ο ίδιος γνώριζε την ιστορία της εκτέλεσης, όχι όμως και την ύπαρξη φωτογραφικού υλικού. «Μεγάλη συγκίνηση. Το ήξερα ότι είχε εκτελεστεί, όμως δεν ήξερα για τη φωτογραφία, δεν είχα αρχείο. Δεν έχω τίποτα και τώρα θα περιμένω να μου στείλουν», δήλωσε στο Neakriti.gr.

Από διαδικτυακή δημοπρασία στην ταυτοποίηση
Οι εικόνες, που αποτυπώνουν τους μελλοθάνατους μπροστά στον τοίχο της Καισαριανής λίγο πριν το εκτελεστικό απόσπασμα, εντοπίστηκαν σε διαδικτυακή δημοπρασία στο eBay. Πωλητής φέρεται να είναι συλλέκτης στρατιωτικών αναμνηστικών του Γερμανικού Στρατού, ο οποίος τις ανάρτησε προς πώληση.

Ο εγγονός του περιγράφει, μεταφέροντας όσα γνώριζε από τη μητέρα του: «Απ’ ό,τι ξέρω από τη μητέρα μου, ήταν ένας ψηλός, γεροδεμένος και δεν φοβόταν τίποτα. Δεν τον σταματούσε τίποτα. Δεν ήθελε να υπογράψει ως κομμουνιστής ότι απαρνείται το κόμμα και γι’ αυτό τον πήγαν στις Αθηναϊκές φυλακές».
Γεννημένος το 1914 σε εύπορη οικογένεια, ο Καλαφατάκης δραστηριοποιήθηκε στη γεωργία και τη γαλακτοκομία, ενώ ανέπτυξε έντονη παρουσία στο προοδευτικό κίνημα. Συνελήφθη το 1939, καταδικάστηκε σε πενταετή κάθειρξη και το 1943 μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου.

«Δεν τα ήξερε η μητέρα μου. Μετά την εκτέλεση πέρασαν τρεις μέρες για να το μάθουν. Δεν το έμαθαν αμέσως, όπως ήταν τότε τα μέσα… Πήγαμε μία-δυο φορές στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής επίσκεψη, αφήσαμε τα λουλούδια μας και φύγαμε», συμπληρώνει.

Η πράξη αυτοθυσίας
Σύμφωνα με τη μαρτυρία της οικογένειας, ανάμεσα στους 200 που επιλέχθηκαν για εκτέλεση βρισκόταν και ένας 19χρονος, ο Αθανάσιος Κουρεμέντζας από τη Θήβα. Όπως αφηγείται ο κ. Μαράκης, ο παππούς του μαζί με άλλους δύο κρατούμενους φέρονται να τον κατέβασαν από το φορτηγό που οδηγούσε στο εκτελεστικό απόσπασμα, τοποθετώντας στη θέση του έναν ηλικιωμένο.
«Οι Γερμανοί μπήκαν στη φυλακή και διάλεξαν τους 200 να τους σκοτώσουν. Τους πιο νέους. Ο παππούς μου μαζί με άλλους δύο έβγαλαν αυτόν τον 19χρονο από το καμιόνι και στη θέση τους έβαλαν έναν γέρο. Ο 19χρονος έζησε, μπήκε τότε στην Τράπεζα Πίστεως, έκανε καριέρα και το 1975 ήρθε για επιθεώρηση στο κατάστημα Χανίων. Τότε μου πρόσφερε δουλειά στην τράπεζα και πήγα 14 χρονών», αναφέρει.

Στη Γάνδη το Υπουργείο Πολιτισμού
Κλιμάκιο του Υπουργείου Πολιτισμού αναμένεται να μεταβεί στη Γάνδη, προκειμένου να εξετάσει από κοντά το φωτογραφικό υλικό. Στόχος είναι να αξιολογηθεί η γνησιότητα, η προέλευση και η συνολική αξία της συλλογής, καθώς και οι δυνατότητες διεκδίκησής της από το ελληνικό Δημόσιο — μια διαδικασία που μόνο απλή δεν θεωρείται.
Παράλληλα, το αρμόδιο Κεντρικό Συμβούλιο Νεοτέρων Μνημείων πρόκειται να εξετάσει τον χαρακτηρισμό των φωτογραφιών ως μνημείων, κίνηση που θα ενισχύσει νομικά την προσπάθεια επιστροφής τους.
Οι ευρύτερες διαστάσεις
Ο ιστορικός και συγγραφέας Μενέλαος Χαραλαμπίδης, μιλώντας στο Ράδιο 9,84, αναφέρθηκε στη δύναμη των εικόνων που αποτυπώνουν ανθρώπους λίγο πριν από την εκτέλεσή τους να βαδίζουν με αξιοπρέπεια προς τον θάνατο.
Όπως υπογραμμίζει, δεν πρόκειται απλώς για ένα ακόμη τεκμήριο της περιόδου της Γερμανικής Κατοχής, αλλά για οπτική καταγραφή προσώπων με συγκεκριμένη κοινωνική και πολιτική δράση, ενταγμένων σε ένα πλαίσιο συλλογικότητας και αγώνα.
Τέτοιου είδους φωτογραφίες, επισημαίνει, δεν αφορούν μόνο το ιστορικό παρελθόν, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία διαχειρίζεται τη μνήμη της. Η επιστημονική έρευνα, τονίζει, απαιτεί πλήρη, τεκμηριωμένη και νηφάλια αποτύπωση των γεγονότων, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου που διαδραμάτισαν οι επίσημες ελληνικές αρχές της εποχής στη λειτουργία της ναζιστικής μηχανής καταστολής.

Παράλληλα, θέτει προβληματισμό για τη διακίνηση τόσο σημαντικών τεκμηρίων μέσω διαδικτυακών δημοπρασιών. Αν και, όπως σημειώνει, το υλικό φαίνεται σε μεγάλο βαθμό αυθεντικό, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν τέτοια ιστορικά ντοκουμέντα θα πρέπει να μετατρέπονται σε αντικείμενα εμπορικής συναλλαγής.
Κατά τον ίδιο, η υπόθεση αναδεικνύει και ένα ευρύτερο έλλειμμα: η Αθήνα εξακολουθεί να μην διαθέτει ένα σύγχρονο, διαδραστικό Μουσείο και Μελετητικό Κέντρο Εθνικής Αντίστασης. Επιπλέον, δεν έχει ολοκληρωθεί η πλήρης καταγραφή των ανθρώπινων απωλειών και των υλικών ζημιών που υπέστη η χώρα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Μια τέτοια ολοκληρωμένη τεκμηρίωση, επισημαίνει, θα ενίσχυε ουσιαστικά και το διαχρονικό αίτημα για τις λεγόμενες Γερμανικές Επανορθώσεις, ένα ζήτημα που παραμένει ανοιχτό επί δεκαετίες.