Στη μεγάλη πεδιάδα της Μεσαράς που ορίζεται από τον Ψηλορείτη στα βόρεια και τα Αστερούσια όρη στα νότια, αλλά και στις πεδιάδες του Ηρακλείου και του Καστελλίου, καλλιεργούνται απέραντοι ελαιώνες και αμπέλια, εσπεριδοειδή αλλά και πάμπολλα υπαίθρια κηπευτικά και κηπευτικά θερμοκηπίου που ταΐζουν ολοχρονίς ολόκληρη την Ελλάδα και εξάγονται εκτός συνόρων, καθώς και σιτηρά.
Οι ΠΟΠ περιοχές παραγωγής ελαιολάδου και κρασιού (και οι σταφίδες) κρατούν τα πρωτεία, οι εξωτικές καλλιέργειες στα νότια όπως το αβοκάντο και οι μπανάνες έχουν εδραιωθεί δυναμικά. Το μικροκλίμα της περιοχής όπως και ολόκληρης της Κρήτης, που καθορίζεται από τις συνεχείς εναλλαγές των ψηλών ορέων και της θάλασσας, έχει δημιουργήσει μια μοναδική βιοποικιλότητα ιδανικά για την ανάπτυξη των αυτοφυών αρωματικών βοτάνων κάποια από τα οποία βρίσκονται μόνο στο νησί.
Η μοναδική μαλοτήρα, το δίκταμο, η μαντζουράνα, το φασκόμηλο κλπ., που πλέον εκτός από την άγρια μορφή τους καλλιεργούνται συστηματικά για εξαιρετικές ιαματικές ιδιότητές τους ενώ χρησιμοποιούνται ευρέως και στην μαγειρική του νησιού. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν ορισμένα πιάτα πιο τεχνικά σε σχέση με τη λιτή κρητική μαγειρική όπως ο Τζουλαμάς, Μεσσαράς, η αποκριάτικη γλυκόξινη ρυζόπιτα με κρέας και ζάχαρη, ίσως επιρροή των Ενετών ενώ στο ρεπερτόριο της σημερινής ηρακλειώτικης κουζίνας οι Μικρασιάτες πρόσφυγες εισήγαν τις δικές τους συνταγές όπως τα σουτζουκάκια.
Ο χόντρος, δηλαδή το χοντροσπασμένο σιτάρι και ο ξινόχοντρος, ένα θεσπέσιο «ζυμαρικό» φτιαγμένο με χόντρο και ξινισμένο πρόβειο, κατσικίσιο ή αιγοπρόβειο γάλα ενώνεται με χοχλιούς (σαλιγκάρια) ή μελιτζάνες ή βράζεται μέσα σε ζουμί από κρέας δίνοντας μια σειρά από ανεπανάληπτα πιάτα. Η φάβα από κουκιά η «κουκόφαβα» είναι άλλο ένα σπουδαίο έδεσμα, τα αμνοερίφια κάνουν κουμάντο και στο Ηράκλειο. Η τυροκομία έχει βαθιές ρίζες και ανάμεσα στα πολλά τυριά όπως η φρέσκια ξινομυζήθρα ή ο «αθότυρος» (ξερή μυζήθρα) παράγεται και ΠΟΠ Γραβιέρα Κρήτης όπως σε ολόκληρο το νησί. Οι σαρικόπιτες και οι αγνόπιτες, γλυκά του τηγανιού που αρτύζονται με μέλι, είναι μέρος της κουζινικής παράδοσης του νησιού.
Τοπικά Προϊόντα
Μαλοτήρα
Η θρυλική «μαλοτήρα» είναι αυτοφυές βότανο μέσα στη μοναδική βιοποικιλότητα της Μεγαλονήσου. Το «κρητικό τσάι του βουνού» (Sideritis syriaca) έχει σπίτι του τα μεγαλοπρεπή Λευκά Όρη, σε υψόμετρο 800 -2.000 μέτρων. Καταναλώνεται στο νησί από την αρχαιότητα και θεωρείται πραγματικό φάρμακο για μια ολόκληρη σειρά ασθενειών όπως, γαστρεντερικές διαταραχές, πονόλαιμος, βήχα και αναπνευστικά προβλήματα, μολύνσεις, καχεξία και αδυναμία, νευρικότητα και διαταραχές του ύπνου, αφού διαθέτει αντιφλεγμονώδεις, αντιβακτηριδιακές, και αντιοξειδωτικές ιδιότητες. Άλλωστε αυτή καθαυτή λέξη μαλοτήρα προέρχεται από τον εξελληνισμό των ιταλικών λέξεων «male» που θα πει «κακό» και «tirare», που σημαίνει αποσύρω, τραβάω. Σήμερα, η άγρια αυτοφυής μαλοτήρα είναι εξαιρετικά σπάνια λόγω της υπερσυλλογής και της υπερβόσκησης, έχει οδηγήσει στην οργανωμένη βιολογική καλλιέργεια του φυτού.
Εφτάζυμο παξιμάδι (Κασταμονίτσα, Κρούστας)
Ένα παξιμάδι πεντανόστιμο που φτιάχνεται από το πιο δύσκολο στην παρασκευή του ψωμί. Αυτό που του δίνει ζωή είναι ο αφρός που σχηματίζεται στην επιφάνεια χοντοκοπανισμένων ρεβιθιών που τα αφήνουν να ζυμωθούν σε νερό αρωματισμένο με δάφνη μέχρι να γίνουν χυλός, ο «κουνενός». Η δυσκολία στην παρασκευή του, δημιούργησε γύρω του πολλές δοξασίες. Πρέπει να ζυμώνεται κρυφά από τις γειτόνισσες και τους άνδρες της οικογένειας, πρέπει να παρακολουθείται από τη νοικοκυρά ασταμάτητα, δεν πρέπει να λέγονται επαινετικά λόγια από πάνω του όση ώρα φτιάχνεται γιατί ματιάζεται. Το όνομά του, που εύκολα θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς πως σημαίνει ότι ζυμώνεται επτά φορές, υποστηρίζεται πως στην πραγματικότητα προέρχεται από τη λέξη «αυτόζυμο» που φουσκώνει δηλαδή χωρίς τη βοήθεια μαγιάς ή προζυμιού. Στη συνέχεια η λέξη έγινε «φτάζυμο» και μετά εφτάζυμο (μιας και ο αριθμός εφτά έχει τη δική του μαγική σημασία). Όλη η ανατολική Κρήτη είναι διάσημη για τα φτάζυμά της, δυο μέρη όμως κρατούν τα πρωτεία: το χωριό Κασταμονίτσα στο Δήμο Μινώα Πεδιάδος στο Ηράκλειο και το χωριό Κρούστας στο δήμο Αγίου Νικολάου στο Λασίθι όπου για χάρη του οργανώνονται γιορτές κάθε Αύγουστο.
Σκιουφιχτά
Τα πεντανόστιμα σκιουφιχτά, είναι παραδοσιακά χειροποίητα ζυμαρικά, που φτιάχνονται ένα -ένα με ζύμη από αλεύρι, ελαιόλαδο και νερό. Το όνομά τους έρχεται από τη λέξη σκιουφίζω που στην κρητική ντοπιολαλιά σημαίνει στρίβω. Δεν ανοίγονται με πλάστη σε φύλλο αλλά φτιάχνονται με μικρά κομματάκια νωπής ζύμης αφού πρώτα έχει σχηματιστεί σε κορδόνια. Το κάθε κομματάκι (εδώ αρχίζει η μαστοριά) πιέζεται στη μέση του με τα δάχτυλα κάνοντας μια γουβίτσα σπρώχνοντας ταυτοχρόνως ώστε να στρίψει η ζύμη. Σερβίρονται παραδοσιακό με καυτό φρέσκο βούτυρο γάλακτος ή στακοβούτυρο και πασπαλίζονται με τριμμένη ξερή μυζήθρα («αθότυρο» στο Ηράκλειο).
Ελιές
Οι απέραντοι ελαιώνες του Ηρακλείου, καλύπτουν πάνω από 46 εκατομμύρια στρέμματα (στοιχεία του 2018) και παράγουν εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο και γευστικότατες επιτραπέζιες ελιές της ποικιλίας κορωνέικη. Ανάμεσα στους ελαιώνες της περιοχής ξεχωρίζουν και τρεις ΠΟΠ περιοχές: ΠΟΠ Βιάννος, ΠΟΠ Πεζά και ΠΟΠ Αρχάνες Ηρακλείου Κρήτης. Ανάμεσα στα χωριά Άγιοι Δέκα και Μητρόπολη της Μεσσαράς, βρίσκεται ο μνημειακός Ελαιώνα της Γόρτυνας που περιλαμβάνει ελαιόδεντρα με πολλούς αιώνες ζωής της ποικιλίας χοντρολιά που κυριαρχούσε παλαιότερα στα πεδινά (σήμερα έχει αντικατασταθεί από την ψιλολιά).
Διαβάστε τη συνέχεια στο travel.gr