Ανησυχία για νέο γύρο αυξήσεων στα ακτοπλοϊκά εισιτήρια

Έλυρος

Νέο κύμα ανατιμήσεων στα ακτοπλοϊκά εισιτήρια φοβάται η κυβέρνηση, καθώς οι εταιρείες του κλάδου δέχονται τριπλές πιέσεις, που αφορούν το λειτουργικό κόστος, αλλά και τις αναγκαίες επενδύσεις.

Την ίδια στιγμή, οι ακτοπλοϊκές επιχειρήσεις θέτουν ζητήματα βιωσιμότητας του κλάδου, αφού, όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, δεν έχουν σημαντικά περιθώρια αυξήσεων στα εισιτήρια. Τυχόν αυξήσεις τιμών μπορεί να οδηγήσουν σε περαιτέρω μειώσεις κρατήσεων ή μεταφορά των επιβατών προς άλλα μέσα, όπως το αεροπλάνο. «Από τη μία φωτιά και από την άλλη λάβρα», λένε τα στελέχη της αγοράς, που υποστηρίζουν πως είναι απαραίτητη η αναζήτηση λύσεων που θα διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα του κλάδου στο νέο περιβάλλον.

Η ελληνική ακτοπλοΐα βρίσκεται αντιμέτωπη με σειρά προκλήσεων που επηρεάζουν άμεσα το κόστος λειτουργίας και τη διαμόρφωση των τιμών εισιτηρίων. Από την 1η Ιανουαρίου 2026 οι εταιρείες υποχρεούνται να συμμορφωθούν πλήρως (100%) με το Σύστημα Εμπορίας Ρύπων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EU ETS), με συνέπεια την καταβολή τελών για το σύνολο των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Παράλληλα, ο κανονισμός FuelEU Maritime θέτει όρια στην ένταση άνθρακα των καυσίμων, ενώ η οδηγία SECA περιορίζει τη χρήση συμβατικών καυσίμων υψηλής περιεκτικότητας σε θείο

Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) για την ελληνική ακτοπλοΐα, η εφαρμογή αυτών των κανόνων αυξάνει σημαντικά τα λειτουργικά έξοδα, δεδομένου ότι τα καύσιμα αντιπροσωπεύουν ιστορικά το 40%-50% του συνολικού κόστους κάθε δρομολογίου. Επιπλέον, οι συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί σήμερα στη διεθνή αγορά ενέργειας εντείνουν την πίεση. Οι τιμές του πετρελαίου έχουν αυξηθεί άνω του 10% σε σχέση με πέρυσι, λόγω των γεωπολιτικών αναταραχών, ενώ η διαθεσιμότητα εναλλακτικών καυσίμων, όπως μεθανόλη ή το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), παραμένει περιορισμένη.

Οι εταιρείες αντιμετωπίζουν παράλληλα επενδυτικές προκλήσεις. Ο εκσυγχρονισμός του στόλου σε νέα, φιλικά προς το περιβάλλον πλοία (ώστε να περιοριστούν και οι επιβαρύνσεις από τις εκπομπές ρύπων) απαιτεί σημαντικά κεφάλαια και χρόνο, ενώ η τεχνολογική αβεβαιότητα καθιστά δύσκολη τη λήψη στρατηγικών αποφάσεων. Τράπεζες και επενδυτικά κεφάλαια εμφανίζονται επιφυλακτικά, ειδικά σε μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις, αφήνοντας περιορισμένα περιθώρια χρηματοδότησης. Ο κλάδος αναζητεί χρηματοδοτικά εργαλεία που θα του επιτρέψουν να εκσυγχρονίσει τον στόλο με βιώσιμο τρόπο, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει βρεθεί φόρμουλα, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των αρμόδιων κυβερνητικών αξιωματούχων.

Συνολικά, οι πρόσθετες ετήσιες επιβαρύνσεις, σύμφωνα πάντα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ, μπορούν να φτάσουν τα 400 εκατομμύρια ευρώ έως το 2030 ή και 700 εκατομμύρια σε περίπτωση έντονων ανατιμήσεων καυσίμων. Σε συνδυασμό με περιορισμένη δυνατότητα αύξησης τιμών στα εισιτήρια, η οικονομική βιωσιμότητα των εταιρειών τίθεται σε δοκιμασία, με άμεσο αντίκτυπο στον κύκλο εργασιών και την προσβασιμότητα των νησιών.

Η πράσινη μετάβαση και ο εκσυγχρονισμός του στόλου
Η πλήρης εφαρμογή των κανονισμών EU ETS και FuelEU Maritime καθιστά αναγκαίο την εκσυγχρονισμό του στόλου των ακτοπλοϊκών εταιρειών. Οι ελληνικές ακτοπλοϊκές εταιρείες καλούνται να επενδύσουν σε νέα πλοία με μειωμένες εκπομπές ρύπων, εξοπλισμένα με τεχνολογίες φιλικές προς το περιβάλλον, όπως scrubbers, LNG-ready ή LNG dual-fuel μηχανές.

Η διαδικασία αυτή απαιτεί χρόνο και κεφάλαια: η κατασκευή ενός σύγχρονου πλοίου μπορεί να απαιτήσει ακόμα και τρία χρόνια, με την απόσβεση να διαρκεί μέχρι και 3,5 δεκαετίες. Οι μεσαίες και μικρές εταιρείες, με παλαιότερο στόλο και περιορισμένη χρηματοδοτική ικανότητα, αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες στην υλοποίηση τέτοιων προγραμμάτων. Μπορεί οι μεγάλες εταιρείες, όπως η Minoan Lines ή η Attica Group, να έχουν προχωρήσει σε παραγγελίες νέων πλοίων, όμως η γενική αβεβαιότητα περιορίζει τις νέες επενδύσεις.

Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στις εταιρείες. Η αύξηση κόστους μεταφοράς επιβαρύνει νησιώτες και επισκέπτες στα νησιά, ενώ μπορεί να απειλήσει την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος. Η οικονομική πίεση εντείνεται ιδιαίτερα κατά τους χειμερινούς μήνες, όταν η διατήρηση των δρομολογίων είναι προβληματική, χωρίς κρατικές επιδοτήσεις.

Το προφίλ της ελληνικής ακτοπλοΐας
Η ελληνική ακτοπλοΐα αντιπροσωπεύει έναν από τους σημαντικότερους τομείς της εθνικής οικονομίας, με πάνω από 200 πλοία και περισσότερα από 400 δρομολόγια εβδομαδιαίως, που συνδέουν περισσότερα από 80 νησιά με την ηπειρωτική χώρα. Κάθε χρόνο η αγορά εξυπηρετεί περίπου 20 εκατομμύρια επιβάτες και μεταφέρει πάνω από 5 εκατομμύρια φορτηγά και εμπορευματοκιβώτια, υποστηρίζοντας την εμπορική διακίνηση και τη σύνδεση των νησιών με την υπόλοιπη Ελλάδα.

Ο κλάδος απασχολεί άμεσα περισσότερους από 25.000 εργαζόμενους και συνεισφέρει περίπου 1,2 δισεκατομμύριο ευρώ στο ΑΕΠ. Οι μεγάλες ακτοπλοϊκές εταιρείες επενδύουν συστηματικά σε εκσυγχρονισμό του στόλου, με περισσότερα από 50 νέα πλοία να έχουν εισαχθεί τα τελευταία 10 χρόνια, μειώνοντας το λειτουργικό κόστος κατά περίπου 15% και τις εκπομπές CO₂ κατά 20% κατά μέσο όρο ανά πλοίο.

Η εποχικότητα της αγοράς είναι σημαντική: το 60% των επιβατών και το 55% των εμπορευματικών μεταφορών συγκεντρώνονται τους μήνες Ιούνιο – Σεπτέμβριο. Παρά τις διακυμάνσεις, η ελληνική ακτοπλοΐα παραμένει στρατηγικός τομέας, ενισχύοντας την τοπική οικονομία, την απασχόληση και την εμπορική δραστηριότητα στα νησιά. Η επένδυση σε τεχνολογία και βιώσιμες υποδομές διασφαλίζει τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα της αγοράς.

Πηγή: powergame.gr

Διαβάστε ακόμη: Χανιά | Έπαθε… νίλα στα Κύθηρα αλλά του απαγορεύτηκε ο απόπλους από την Κίσσαμο – Ακινητοποιήθηκε προσωρινά το AQUA JEWEL

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Ειδήσεις σήμερα

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν