Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας με συνοπτικές διαδικασίες: Ποιος έχει τον τελευταίο λόγο;

Στις 31 Μαρτίου τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση το νομοσχέδιο με τίτλο «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές», με τη διαδικασία να ολοκληρώνεται στις 14 Απριλίου.

 

Γράφει ο Κωνσταντίνος Ηλιάκης*

Πρόκειται για ένα εκτενές και σύνθετο νομοθέτημα, που ξεπερνά τα 100 άρθρα και τις 300 σελίδες, για το οποίο δόθηκε χρονικό περιθώριο μόλις δύο εβδομάδων, μάλιστα σε περίοδο εορτών. Υπό αυτές τις συνθήκες, τίθεται με σαφήνεια το ερώτημα αν η διαδικασία αυτή συνιστά ουσιαστική διαβούλευση ή αν πρόκειται για μια τυπική διαδικασία χωρίς πραγματικό περιεχόμενο και χωρίς ουσιαστική δυνατότητα παρέμβασης από την κοινωνία και τους φορείς.

Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο επιδιώκει την επιτάχυνση των διαδικασιών για την υλοποίηση έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, όπως οι ανεμογεννήτριες και τα συνοδευτικά δίκτυα μεταφοράς και δίνει την δυνατότητα σε ιδιωτικές εταιρείες ενέργειας, να τοποθετήσουν Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας με ταχύτατες διαδικασίες. Στην κατεύθυνση αυτή, μειώνει τα στάδια αδειοδότησης, επιβάλλει αυστηρά χρονικά όρια στις υπηρεσίες και περιορίζει τις διαδικασίες ελέγχου. Ωστόσο, η επιτάχυνση αυτή δεν είναι ουδέτερη, καθώς συνοδεύεται από σαφή υποβάθμιση του ρόλου της τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι Δήμοι περιορίζονται σε έναν καθαρά γνωμοδοτικό ρόλο, χωρίς αποφασιστική αρμοδιότητα, γεγονός που στην πράξη σημαίνει ότι οι τοπικές κοινωνίες δεν έχουν τον τελικό λόγο για παρεμβάσεις που επηρεάζουν άμεσα τον τόπο τους.

Στην Κρήτη, το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό ούτε μακρινό, αλλά απολύτως υπαρκτό και ήδη εξελισσόμενο. Η προοπτική εγκατάστασης ανεμογεννητριών και μεγάλων ενεργειακών υποδομών σε ορεινές περιοχές προκαλεί έντονη ανησυχία, καθώς αφορά περιοχές που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της φυσικής ταυτότητας, της τοπικής οικονομίας και της πολιτισμικής συνέχειας του τόπου. Το διακύβευμα δεν περιορίζεται στην ενεργειακή πολιτική, αλλά επεκτείνεται στο μοντέλο ανάπτυξης που θα επιλεγεί και στον τρόπο με τον οποίο αυτό θα επηρεάσει την κτηνοτροφία, την αγροτική παραγωγή, τον τουρισμό και συνολικά την κοινωνική συνοχή.

Παρά τη σοβαρότητα του ζητήματος, η στάση της τοπικής πολιτικής ηγεσίας προκαλεί εύλογα ερωτήματα. Δεν καταγράφονται σαφείς, δημόσιες και τεκμηριωμένες τοποθετήσεις από τους Βουλευτές του νομού, τους Περιφερειακούς Συμβούλους, τους Αντιπεριφερειάρχες, τους Δημάρχους και τα Δημοτικά Συμβούλια (πλην ελαχίστων περιπτώσεων). Η απουσία αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία ή αδιάφορη, καθώς σε αντίστοιχα ζητήματα του παρελθόντος, ακόμη και μικρότερης εμβέλειας, υπήρξε δημόσιος λόγος, παρεμβάσεις και πολιτική αντιπαράθεση. Σήμερα, μπροστά σε ένα νομοσχέδιο που δύναται να μεταβάλει ριζικά τον χαρακτήρα της Κρήτης, η σιωπή είναι εκκωφαντική και δημιουργεί την εντύπωση συνειδητής αποφυγής ανάληψης ευθύνης.

Η σιωπή αυτή δεν είναι ουδέτερη στάση, αλλά συνιστά πολιτική επιλογή. Είτε πρόκειται για αποφυγή πολιτικού κόστους είτε για σιωπηρή συναίνεση, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο για την κοινωνία, η οποία μένει χωρίς σαφή ενημέρωση και χωρίς εκπροσώπηση σε ένα κρίσιμο ζήτημα. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο τι προβλέπει το νομοσχέδιο, αλλά και ποια στάση επιλέγουν όσοι έχουν θεσμικό ρόλο να τοποθετηθούν και να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του τόπου.

Το ζήτημα είναι βαθιά πολιτικό και δημοκρατικό, καθώς αφορά το ποιος αποφασίζει για τον τόπο και με ποιους όρους υλοποιείται η ανάπτυξη. Η ενεργειακή μετάβαση αποτελεί αναγκαιότητα, όμως δεν μπορεί να επιβάλλεται χωρίς ουσιαστικό διάλογο, χωρίς διαφάνεια και χωρίς τη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών. Η ανάπτυξη δεν είναι μια ουδέτερη διαδικασία, αλλά επιλογή που καθορίζει ποιοι ωφελούνται και ποιοι επιβαρύνονται, ποιοι έχουν λόγο και ποιοι αποκλείονται.

Ενόψει των επόμενων περιφερειακών και δημοτικών εκλογών, το ζήτημα αυτό θα πρέπει να τεθεί με σαφήνεια και να αποτελέσει κριτήριο για τους πολίτες. Το δίλημμα δεν είναι θεωρητικό, αλλά απολύτως συγκεκριμένο και αφορά το μέλλον της Κρήτης. Από τη μία πλευρά, βρίσκεται ένα μοντέλο ανάπτυξης όπου τα ενεργειακά έργα προχωρούν με ταχύτητα και χωρίς ουσιαστικά εμπόδια, με κίνδυνο να αλλοιωθεί ο χαρακτήρας των ορεινών περιοχών και να συγκεντρωθεί ο πλούτος σε λίγους. Από την άλλη πλευρά, βρίσκεται η επιλογή μιας ισορροπημένης ανάπτυξης, με σεβασμό στο περιβάλλον, ενίσχυση της πρωτογενούς παραγωγής, στήριξη της τοπικής οικονομίας και ουσιαστική συμμετοχή της κοινωνίας στις αποφάσεις.

Σε τελική ανάλυση, το ερώτημα παραμένει ξεκάθαρο και δεν επιδέχεται υπεκφυγές. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς η επιλογή ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτικές, αλλά η ίδια η δυνατότητα των τοπικών κοινωνιών να καθορίζουν το μέλλον τους. Το αν οι αποφάσεις θα λαμβάνονται με τη συμμετοχή των πολιτών ή αν θα επιβάλλονται ερήμην τους αποτελεί τον πυρήνα της δημοκρατίας σε τοπικό επίπεδο. Και σε αυτό το πλαίσιο, η κοινωνία καλείται να αποφασίσει αν θα αποδεχθεί τη σιωπή ή αν θα απαιτήσει ευθύνη, διαφάνεια και καθαρές θέσεις για το μέλλον του τόπου.

*Ηλιάκης Κωνσταντίνος, πρόεδρος εργαζόμενων ΔΕΗ Χανίων

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Ειδήσεις σήμερα

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν