Αντιμετωπίζει πράγματι η Ρωσία οικονομικά προβλήματα;

Πούτιν

Η εικόνα της ρωσικής οικονομίας είναι αντιφατική. Από τη μία πλευρά, το κράτος εξακολουθεί να καταβάλλει μισθούς και συντάξεις, η πολεμική βιομηχανία λειτουργεί με υψηλούς ρυθμούς και το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν έχει καταρρεύσει.

Γράφει ο Γιώργος Ατσαλάκης*

Από την άλλη, η ανάπτυξη έχει σχεδόν μηδενιστεί, τα επιτόκια παραμένουν εξαιρετικά υψηλά, τα ενεργειακά έσοδα υποχωρούν και τα διαθέσιμα δημοσιονομικά αποθέματα περιορίζονται.

Επομένως, το σωστό ερώτημα δεν είναι εάν η Ρωσία βρίσκεται στα πρόθυρα μιας θεαματικής κατάρρευσης. Δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για κάτι τέτοιο. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι πόσο καιρό μπορεί να συντηρεί μια οικονομία πολέμου χωρίς να υπονομεύει σταδιακά την παραγωγική βάση, τα δημόσια οικονομικά και τη μελλοντική της ανάπτυξη.

Η αντοχή μιας πολεμικής οικονομίας: Όταν άρχισε η εισβολή στην Ουκρανία, πολλοί αναλυτές προέβλεπαν ότι οι δυτικές κυρώσεις θα προκαλούσαν ταχεία οικονομική κρίση στη Ρωσία. Η πρόβλεψη αυτή δεν επιβεβαιώθηκε. Η Μόσχα διέθετε σημαντικά συναλλαγματικά και δημοσιονομικά αποθέματα, χαμηλό δημόσιο χρέος, έσοδα από τις εξαγωγές υδρογονανθράκων και μια κεντρική τράπεζα ικανή να επιβάλει αυστηρούς περιορισμούς.

Παράλληλα, το κράτος αύξησε δραστικά τις αμυντικές δαπάνες. Οι παραγγελίες για πυρομαχικά, drones, οχήματα και στρατιωτικό εξοπλισμό τόνωσαν τη βιομηχανική παραγωγή, δημιούργησαν θέσεις εργασίας και ενίσχυσαν ορισμένες περιφέρειες. Με τη στενή έννοια του ΑΕΠ, ένα άρμα μάχης που κατασκευάζεται και καταστρέφεται στο μέτωπο καταγράφεται ως οικονομική παραγωγή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αυξάνει τον μακροπρόθεσμο πλούτο της χώρας.

Η πολεμική παραγωγή μπορεί επομένως να στηρίζει τους αριθμούς της οικονομικής δραστηριότητας, ενώ ταυτόχρονα απορροφά κεφάλαια, εργασία και πρώτες ύλες που διαφορετικά θα κατευθύνονταν σε υποδομές, τεχνολογία, κατοικίες και πολιτική βιομηχανία. Η οικονομία φαίνεται δραστήρια, αλλά ένα αυξανόμενο μέρος της παραγωγής της δεν βελτιώνει το βιοτικό επίπεδο ούτε δημιουργεί παραγωγικές δυνατότητες για το μέλλον.

Η ανάπτυξη έχει σχεδόν σταματήσει: Τα επίσημα στοιχεία αποτυπώνουν πλέον αυτή την επιβράδυνση. Σύμφωνα με τη Rosstat, το πραγματικό ρωσικό ΑΕΠ κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 ήταν κατά 0,2% χαμηλότερο από το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025. Η Παγκόσμια Τράπεζα προβλέπει ανάπτυξη μόλις 0,8% για ολόκληρο το 2026, ενώ η ίδια η Τράπεζα της Ρωσίας τοποθετεί την αύξηση του ΑΕΠ μεταξύ 0,5% και 1,5%.

Αυτοί οι αριθμοί δεν περιγράφουν κατάρρευση, αλλά στασιμότητα. Και η στασιμότητα είναι ιδιαίτερα ανησυχητική όταν εμφανίζεται παράλληλα με τεράστιες κρατικές δαπάνες. Υπό κανονικές συνθήκες, μια τόσο μεγάλη δημοσιονομική επέκταση θα προκαλούσε αισθητή άνοδο της συνολικής παραγωγής. Το γεγονός ότι η ανάπτυξη παραμένει τόσο χαμηλή υποδηλώνει ότι η οικονομία πλησιάζει τα παραγωγικά της όρια.

Η ανεργία βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, αλλά αυτό δεν αποτελεί αποκλειστικά ένδειξη ευημερίας. Η επιστράτευση, οι στρατιωτικές απώλειες, η μετανάστευση νέων εργαζομένων και η δημογραφική συρρίκνωση έχουν δημιουργήσει σοβαρές ελλείψεις προσωπικού. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και οι κρατικές βιομηχανίες μπορούν να προσφέρουν υψηλότερους μισθούς, αποσπώντας εργαζομένους από την κατασκευή, τις μεταφορές, την υγεία και άλλους πολιτικούς κλάδους. Έτσι, η χαμηλή ανεργία συνυπάρχει με περιορισμένη παραγωγική ικανότητα.

Πληθωρισμός και ακριβό χρήμα: Η δεύτερη μεγάλη ένδειξη πίεσης είναι το κόστος του χρήματος. Τον Ιούνιο του 2026 ο ετήσιος πληθωρισμός βρισκόταν στο 6%, πάνω από τον στόχο του 4%, ενώ το βασικό επιτόκιο της κεντρικής τράπεζας παρέμενε στο 14,25%. Η Τράπεζα της Ρωσίας αναγνωρίζει παράλληλα ότι η οικονομία επιβραδύνεται και ότι εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικοί πληθωριστικοί κίνδυνοι.

Η κατάσταση μοιάζει με όχημα στο οποίο το κράτος πατά το γκάζι, αυξάνοντας τις πολεμικές δαπάνες, ενώ η κεντρική τράπεζα πατά το φρένο, διατηρώντας ακριβό τον δανεισμό. Τα υψηλά επιτόκια περιορίζουν τη ζήτηση, αλλά επιβαρύνουν συγχρόνως τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Επενδυτικά σχέδια αναβάλλονται, η χρηματοδότηση κατοικιών και εξοπλισμού γίνεται ακριβότερη και οι εταιρείες με υψηλό δανεισμό αντιμετωπίζουν αυξανόμενη πίεση.

Τα στοιχεία της Rosstat δείχνουν ότι τα συνολικά κέρδη των επιχειρήσεων κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 ήταν μειωμένα κατά περίπου 26,5% σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα. Παράλληλα, περιορίστηκε το ποσοστό των κερδοφόρων επιχειρήσεων. Αυτό ενισχύει την εικόνα μιας οικονομίας δύο ταχυτήτων: οι κλάδοι που συνδέονται με το κράτος και την άμυνα υποστηρίζονται, ενώ σημαντικό μέρος της πολιτικής οικονομίας επιβαρύνεται από ακριβή χρηματοδότηση και μειωμένες αποδόσεις.

Το δημοσιονομικό απόθεμα μειώνεται: Η Μόσχα μπήκε στον πόλεμο διαθέτοντας ένα σημαντικό αποθεματικό ασφαλείας. Για χρόνια, μέρος των εσόδων από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο διοχετευόταν στο Εθνικό Ταμείο Πλούτου. Τα κεφάλαια αυτά επέτρεψαν στην κυβέρνηση να χρηματοδοτήσει ελλείμματα, να στηρίξει επιχειρήσεις και να απορροφήσει μέρος των επιπτώσεων των κυρώσεων.

Το απόθεμα, όμως, δεν είναι ανεξάντλητο. Τον Απρίλιο του 2026 τα συνολικά στοιχεία του Ταμείου αντιστοιχούσαν σε περίπου 5,7% του ΑΕΠ, αλλά τα άμεσα ρευστοποιήσιμα περιουσιακά του στοιχεία περιορίζονταν σε μόλις 1,7% του ΑΕΠ. Μέρος των γιουάν και του χρυσού του Ταμείου πωλήθηκε για τη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού.

Την ίδια στιγμή, το ομοσπονδιακό έλλειμμα έφθασε τα 4,58 τρισ. ρούβλια μόνο στο πρώτο τρίμηνο του 2026, υπερβαίνοντας ήδη τον αρχικό στόχο των 3,79 τρισ. ρουβλίων για ολόκληρο το έτος. Το υπουργείο Οικονομικών απέδωσε μέρος της απόκλισης στην εμπροσθοβαρή χρηματοδότηση δαπανών. Ωστόσο, στο πρώτο εξάμηνο το έλλειμμα είχε διευρυνθεί στα 5,73 τρισ. ρούβλια, ενώ τα έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο είχαν υποχωρήσει σημαντικά.

Η Ρωσία εξακολουθεί να έχει σχετικά χαμηλό δημόσιο χρέος και μπορεί να δανειστεί από το εσωτερικό της. Ωστόσο, η αυξανόμενη εξάρτηση από τις εγχώριες τράπεζες μεταφέρει τον κίνδυνο από τον κρατικό προϋπολογισμό στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Όσο περισσότερα κεφάλαια κατευθύνονται υποχρεωτικά προς το κράτος και τις πολεμικές επιχειρήσεις, τόσο λιγότερα απομένουν για παραγωγικές ιδιωτικές επενδύσεις.

Το χρηματοδοτικό κενό καλύπτεται με υψηλότερους φόρους, με περικοπές δαπανών, με περισσότερο δανεισμό και με συνεχή πώληση αποθεματικών περιουσιακών στοιχείων, ακόμη και του εθνικού αποθέματος χρυσού.

Από την ευρωπαϊκή στην κινεζική εξάρτηση: Οι κυρώσεις δεν σταμάτησαν το ρωσικό εμπόριο. Το ανακατεύθυναν. Η Ρωσία αύξησε τις ενεργειακές πωλήσεις της προς την Κίνα και την Ινδία, ενώ εισάγει μέσω τρίτων χωρών μηχανήματα, μικροηλεκτρονικά και προϊόντα διπλής χρήσης.

Η Κίνα αντιπροσωπεύει πλέον περίπου το 35% του συνολικού εξωτερικού εμπορίου της Ρωσίας, έναντι μόλις 16% πριν από τον πόλεμο.  Η προσαρμογή αυτή απέτρεψε την απομόνωση, αλλά δημιούργησε μια νέα ασυμμετρία. Η Κίνα αποτελεί πλέον πολύ μεγαλύτερο μέρος του εξωτερικού εμπορίου της Ρωσίας και διαθέτει ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση. Η Μόσχα χρειάζεται την κινεζική αγορά περισσότερο από όσο το Πεκίνο χρειάζεται τη Ρωσία. Μπορεί συνεπώς να συνεχίζει να πουλά πρώτες ύλες, αλλά συχνά με εκπτώσεις και λιγότερο ευνοϊκούς όρους. Όσο η Ρωσία αναγκάζεται να πουλά τις εξαγωγές της με μεγάλες εκπτώσεις, γίνεται ολοένα και πιο εξαρτημένη από την Κίνα για όσα εισάγει. Η Κίνα επιμελώς αποφεύγει να δεσμευθεί για επενδύσεις στην Ρωσία (όπως ο αγωγός φυσικού αερίου  στην Σιβηρία Νο 2) που θα της δημιουργήσουν μελλοντική εξάρτηση, ενώ ταυτόχρονα κατακλύζει την Ρωσία με φθηνά κινεζικά προϊόντα απειλώντας την βιωσιμότητα των ρωσικών επιχειρήσεων.

Ταυτόχρονα, οι ευρωπαϊκοί περιορισμοί εξακολουθούν να στοχεύουν την πρόσβαση της ρωσικής πολεμικής βιομηχανίας σε προηγμένα εξαρτήματα. Το γεγονός ότι η ΕΕ επιβάλλει κυρώσεις και σε εταιρείες τρίτων χωρών δείχνει πως η παράκαμψη των περιορισμών παραμένει δυνατή, αλλά γίνεται ακριβότερη και πιο περίπλοκη.

Η Ευρώπη αυξάνει τις αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ για να αντιμετωπίσει τη Ρωσία καθιστώντας κάθε έδαφος τόσο αποκεντρωμένο, τόσο δύσκολο και τόσο δαπανηρό στην κατάκτηση, ώστε κανείς να μη θελήσει καν να επιχειρήσει να το καταλάβει.

Κατάρρευση ή διαρθρωτική εξάντληση; Η Ρωσία διαθέτει ακόμη σημαντικά πλεονεκτήματα: τεράστιους φυσικούς πόρους, εγχώρια παραγωγή ενέργειας και τροφίμων, χαμηλό δημόσιο χρέος, ισχυρούς μηχανισμούς κρατικού ελέγχου και τη δυνατότητα μεταφοράς πόρων από την κοινωνία προς τον πόλεμο. Για τον λόγο αυτό, μια ξαφνική οικονομική κατάρρευση δεν αποτελεί το πιθανότερο σενάριο.

Το κόστος, όμως, συσσωρεύεται. Τα δημοσιονομικά αποθέματα μειώνονται, οι πολιτικές επιχειρήσεις πιέζονται, η πρόσβαση σε προηγμένη τεχνολογία δυσκολεύεται και η εξάρτηση από την Κίνα βαθαίνει. Οι ανθρώπινες απώλειες και η μετανάστευση πλήττουν ένα ήδη δυσμενές δημογραφικό περιβάλλον. Οι υποδομές και οι μη στρατιωτικές επενδύσεις υποχωρούν στην ιεράρχηση των κρατικών προτεραιοτήτων.

Η πραγματική εικόνα βρίσκεται στη συνολική λειτουργία της οικονομίας και στην ικανότητα ενός κράτους να διατηρεί μακροχρόνια την παραγωγική, στρατιωτική και κοινωνική του ισχύ. Η Ρωσία δαπανά τεράστια ποσά για τον στρατό της και παρ’ όλα αυτά δεν κατάφερε να καταλάβει την Ουκρανία. Τα πυρηνικά όπλα δεν μπορούν να αποκρούσουν τα drones.

Υπάρχει ο κίνδυνος της απορρόφησης της Ρωσίας στη σφαίρα επιρροής της Κίνας ως προμηθευτής πρώτων υλών και στρατηγικό γεωγραφικό ανάχωμα της Κίνας. Αυτό θα είναι ένα στρατηγικό λάθος όπως αυτό της συμφωνίας Ριμπεντρόπ-Μολότοφ, 1939-1941 όπου η Ρωσία επί δυο έτη προμήθευε άφθονες πρώτες ύλες την πολεμική μηχανή της Γερμανίας.  Εάν δεν εφοδίαζε την Γερμανία με πρώτες ύλες επί 2 έτη, ίσως η Γερμανία να μην έχει τα εφόδια να διεξάγει τέτοιας έκτασης επιθέσεων και ίσως να μην είχε επιτεθεί στην ίδια την Ρωσία μετά από 2 έτη.

Επομένως, η απάντηση είναι σαφής: ναι, η Ρωσία αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, αλλά όχι απαραίτητα μια άμεση χρεοκοπία. Πρόκειται περισσότερο για μια διαδικασία διαρθρωτικής εξάντλησης. Η οικονομία μπορεί να εξακολουθεί να χρηματοδοτεί τον πόλεμο, καταναλώνοντας όμως τα αποθέματα, την παραγωγική δυναμικότητα και τις αναπτυξιακές δυνατότητες της επόμενης δεκαετίας.

Μια πολεμική οικονομία μπορεί να αντέξει πολύ περισσότερο από όσο προβλέπουν οι επικριτές της. Αυτό δεν σημαίνει ότι παραμένει υγιής. Σημαίνει απλώς ότι η πραγματική κρίση δεν εκδηλώνεται πάντοτε ως ξαφνική κατάρρευση. Μερικές φορές εμφανίζεται ως μια αργή ανταλλαγή του μέλλοντος με τις ανάγκες του παρόντος.

*Ατσαλάκης Γιώργος, Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης
Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Ειδήσεις σήμερα

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν