Χανιά Αγορά | Με τιμές «Μυκόνου» χάνει τον λαϊκό της χαρακτήρα

Αγορά

Η Δημοτική Αγορά δεν είναι «χρυσή αγελάδα» — Με τιμές «Μυκόνου» χάνει τον λαϊκό της χαρακτήρα

Ακολουθεί αναλυτικά η ανακοίνωση της Λαϊκής Συσπείρωσης του Δήμου Χανίων: 

Ολοκληρώθηκε η δημοπράτηση των πρώτων κενών καταστημάτων της ανακαινισμένης Δημοτικής Αγοράς και τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο όσα εδώ και μήνες καταγγέλλει η Λαϊκή Συσπείρωση στο Δημοτικό Συμβούλιο και στη Δημοτική Επιτροπή. Τα 9 καταστήματα που κατακυρώθηκαν νοικιάστηκαν από 2.750 έως 6.300 ευρώ τον μήνα, για καταστήματα 14 έως 25 τετραγωνικών μέτρων. Στα 6.300 ευρώ τον μήνα κατακυρώθηκε ένα μαγαζί 25 τετραγωνικών — νούμερο που δεν περιγράφει αγορά για τον Χανιώτη, αλλά αγορά για «παχιά πορτοφόλια», όπως εύστοχα σχολίασε και ο τοπικός Τύπος, μιλώντας ακόμη και για «τιμές Μυκόνου».

Είχαμε προειδοποιήσει εγκαίρως. Στη Δημοτική Επιτροπή, όταν συζητήθηκαν οι τιμές εκκίνησης, τοποθετηθήκαμε καθαρά: τιμές εκκίνησης 50, 60, 70 ευρώ το τετραγωνικό «ούτε στο Κολωνάκι» δεν συναντάς. Θέσαμε τότε το ίδιο ερώτημα που είχαμε βάλει και για τον αιγιαλό: όταν ο Δήμος εκκινεί τις τιμές στα ύψη και αφήνει τον διαγωνισμό να τις ανεβάσει κι άλλο, το κόστος αυτό μετακυλίεται στο προϊόν — στο κρέας, στο ψάρι, στο τυρί που θα αγοράσει ο εργαζόμενος.

Το πιο ηχηρό καμπανάκι ήρθε από την πρώτη μέρα της δημοπρασίας: τα δύο ιχθυοπωλεία και το ένα από τα δύο κρεοπωλεία βγήκαν άγονα, χωρίς ούτε μία προσφορά. Με αυτές τις τιμές οι παραδοσιακές, λαϊκές χρήσεις δεν χωρούν, και όπως προειδοποιούσαμε τη δημοτική αρχή, τα καταστήματα αναγκαστικά θα προσανατολιστούν σε ακριβά προϊόντα για υψηλά εισοδήματα — σε μέλι από χρυσάφι, ή στο «premium steak» των 30-40 ευρώ το κιλό, όχι στο μέλι ή το κρέας της λαϊκής οικογένειας που η ακρίβεια έχει ήδη «τσακίσει κόκαλα».

Αντί για αυτοκριτική, η δημοτική αρχή πανηγυρίζει. Στην ανακοίνωσή της μιλά για διαδικασία που «ολοκληρώθηκε με επιτυχία», «με πλήρη διαφάνεια» και σε «κλίμα εμπιστοσύνης», και θεωρεί ως «καλύτερη επιβεβαίωση» το γεγονός ότι δεν διατυπώθηκε καμία αμφισβήτηση ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της. Δεν αναφέρονται όμως πουθενά στις ανακοινώσεις τους στην πολιτική διάσταση του μέλλοντος της Αγοράς — και δεν είναι τυχαίο, καθώς γι’ αυτήν φέρουν οι ίδιοι το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης. Περιορίζουν επιμελώς στην ανακοίνωσή τους το ζήτημα στον «τρόπο διεξαγωγής», στα τυπικά και τα διαδικαστικά, και γυρίζουν την πλάτη στην αντικειμενική πραγματικότητα και στους προβληματισμούς που έχει διατυπώσει η κοινωνία για τα υψηλά ενοίκια. Αποφεύγουν να μιλήσουν για την πολιτική κατεύθυνση που οι ίδιοι χάραξαν και για το πού οδηγεί την Αγορά — γιατί αυτό θα σήμαινε να παραδεχτούν τις δικές τους ευθύνες για τα αποτελέσματα της «ανάπτυξης» που προωθούν χρόνια στο κέντρο της πόλης μας.

Ότι οι τιμές είναι εκτός πραγματικότητας δεν το λέει μόνο η Λαϊκή Συσπείρωση. Το επιβεβαιώνουν και οι ίδιοι οι επαγγελματίες: τόσο ο Σύλλογος Καταστηματαρχών της Αγοράς όσο και η ΟΕΒΕΝΧ έχουν επισημάνει ότι οι τιμές εκκίνησης κρίνονται ιδιαίτερα αυξημένες, ειδικά για τα καταστήματα τροφίμων, που καλούνται να λειτουργήσουν απέναντι σε μεγάλες αλυσίδες λιανεμπορίου, με μικρό εμβαδόν, περιοριστικό κανονισμό λειτουργίας και ζητήματα προσβασιμότητας.

Υπάρχει και μια παγίδα που αφορά τους παλιούς μαγαζάτορες. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, τα ενοίκια για τα 39 καταστήματα όσων δραστηριοποιούνταν στην Αγορά πριν κλείσει θα καθοριστούν από ορκωτό εκτιμητή με βάση τις τιμές που προέκυψαν από τη δημοπρασία. Δηλαδή, οι εξωπραγματικές τιμές των κενών καταστημάτων θα τραβήξουν προς τα πάνω και τα ενοίκια των παλιών καταστημάτων που για δεκαετίες κράτησαν ζωντανή την Αγορά με ενοίκια 250, 300, 400 ευρώ. Αυτούς όφειλε η δημοτική αρχή να τους στηρίξει με λογικά και βιώσιμα ενοίκια, όχι να τους σπρώχνει έξω.

Δεν χρειάζεται μαντική ικανότητα για να δούμε πού οδηγείται το πράγμα. Φτάνει να κοιτάξουμε τη Αγορά του Μοδιάνο στη Θεσσαλονίκη. Μια ιστορική αγορά που, μετά από πολυδάπανη ανακαίνιση και με υψηλά μισθώματα, έχασε τον χαρακτήρα της και έγινε —με τα λόγια των ίδιων των επιχειρηματιών— «αποστειρωμένη, σαν μουσειακό έκθεμα, χωρίς ζωή και μυρωδιές». Οι Θεσσαλονικείς της γύρισαν την πλάτη, την επισκέπτονταν μόνο τουρίστες, και μετά τη μεγάλη ανακαίνιση τα καταστήματα δεν «έπιασαν» και κατέβασαν ρολά, με την αγορά να κλείνει για δεύτερη φορά. Δυστυχώς, με τις επιλογές της δημοτικής αρχής, την ίδια ακριβώς εξέλιξη κινδυνεύουμε να ζήσουμε και στα Χανιά.

Η Λαϊκή Συσπείρωση ζητάει από τη δημοτική αρχή:

  1. Να επανακαθορίσει προς τα κάτω τις τιμές ζώνης, τόσο για τα καταστήματα που δεν δημοπρατήθηκαν όσο και για τα ενοίκια των παλιών μαγαζατόρων, ώστε να μη συμπαρασυρθούν από τις εξωπραγματικές τιμές της δημοπρασίας. Να μπει πλαφόν που να εξασφαλίζει ότι η Αγορά θα εξυπηρετεί πραγματικά τις ανάγκες των κατοίκων και θα διατηρεί τον λαϊκό και παραδοσιακό της χαρακτήρα.
  2. Να διατεθεί μέρος των κενών καταστημάτων με κοινωνικά κριτήρια, αξιοποιώντας τις δυνατότητες που δίνει η νομοθεσία για απευθείας εκμίσθωση ή παραχώρηση δημοτικών ακινήτων με μειωμένο μίσθωμα και χωρίς δημοπρασία (άρθρο 192 ν.3463/2006, ν.4555/2018), με κοινωνικά κριτήρια για μικρούς παραγωγούς,— ώστε η δημόσια περιουσία να υπηρετεί κοινωνικό σκοπό και όχι μόνο το έσοδο.

Αν ο δήμαρχος θέλει όντως την δημοτική αγορά να είναι «πρώτιστα για τους Χανιώτες», όπως διατυπώνει, τότε πρέπει να πάψει η δημοτική αρχή να βλέπει τη δημόσια περιουσία σαν τη χρυσή αγελάδα που πρέπει να αρμέξει στο έπακρο, αλλιώς θα καταλήξει άλλο ένα ακόμα τουριστικό «προϊόν» για λίγους.

Οι Δημοτικοί Σύμβουλοι της Λαϊκής Συσπείρωσης Χανίων

Λουτσέτης Χαράλαμπος

Κλωνιζάκης Μιλτιάδης

Μακρέας Δημήτριος

Μπομπολάκης Φώτης

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Ειδήσεις σήμερα

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν