Μητσοτάκης – Τσίπρας: Δύο παλιοί «γνώριμοι» στην ίδια πόλη

Μητσοτάκης

Ο Αλ. Τσίπρας έκανε χθες τη μεγάλη επιστροφή στην πολιτική σκηνή, με όχημα το νέο κόμμα ΕΛΑΣ – Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη που φιλοδοξεί να εκφράσει, όπως είπε, την κυβερνώσα Αριστερά της Νέας Εποχής.

Από την αποχώρησή του από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι σήμερα, βέβαια, έχουν αλλάξει πολλά στο εγχώριο πολιτικό σκηνικό, εκτός από τον βασικό του αντίπαλο που παραμένει ο Κ. Μητσοτάκης.

Οι δύο πολιτικοί αρχηγοί είναι παλιοί γνώριμοι. Έχουν αντιπαρατεθεί σκληρά κατά το παρελθόν, σε τρεις κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις, διαμορφώνοντας ένα έντονα πολωμένο δίπολο που εξακολουθεί να επηρεάζει τις στρατηγικές των κομμάτων ακόμη και σήμερα.

Η πρώτη μεγάλη αναμέτρηση ήταν στις ευρωεκλογές του Μαΐου του 2019, όταν η ΝΔ επικράτησε του ΣΥΡΙΖΑ με σημαντική διαφορά, γεγονός που οδήγησε τον τότε πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα στην προκήρυξη πρόωρων εθνικών εκλογών.

Λίγους μήνες αργότερα, στις εθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019, ο Κυρ. Μητσοτάκης πέτυχε καθαρή νίκη με αυτοδυναμία, οδηγώντας την κεντροδεξιά παράταξη ξανά στην εξουσία με ποσοστό σχεδόν 40%.

Η επόμενη φάση της σύγκρουσης εξελίχθηκε το 2023, στις διπλές εθνικές εκλογές του Μαΐου και του Ιουνίου. Στην πρώτη κάλπη, η ΝΔ κατέγραψε σαρωτική πρωτιά με διαφορά περίπου 20 μονάδων από τον ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς όμως να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική αυτοδυναμία. Η δεύτερη εκλογική αναμέτρηση, τον Ιούνιο του 2023, παγίωσε την κυριαρχία του Κ. Μητσοτάκη και οδήγησε τον Αλέξη Τσίπρα σε παραίτηση από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ λίγες ημέρες αργότερα.

Τσίπρας και Ανδρουλάκης

Στηριζόμενα στην ιστορική αυτή εμπειρία, τα κυβερνητικά στελέχη αλλά και το Μέγαρο Μαξίμου δεν κρύβουν ότι θα προτιμούσαν ως αντίπαλο στην πορεία προς τις κάλπες τον Αλ. Τσίπρα από τον Ν. Ανδρουλάκη, για δύο λόγους. Γιατί εκτιμούν ότι η παρουσία του πρώην πρωθυπουργού εξακολουθεί να προκαλεί ισχυρά αντανακλαστικά στο λεγόμενο «αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο», δηλαδή σε ένα τμήμα του κεντρώου και συντηρητικού εκλογικού σώματος που συσπειρώθηκε γύρω από τη ΝΔ κυρίως μετά την περίοδο διακυβέρνησης 2015-2019 και ως εκ τούτου, θα διευκολυνθεί η γαλάζια στρατηγική για τον περιορισμό της αποχής στους κεντροδεξιούς ψηφοφόρους. Διότι στο ορατό, όπως λένε πολλοί στην κυβερνητική παράταξη, που ο Ν. Ανδρουλάκης χάσει τη δεύτερη θέση, το ΠΑΣΟΚ θα περιέλθει σε περιδίνηση και θα υπάρξουν φυγόκεντρες τάσεις εκλεγμένων βουλευτών που ενδεχομένως θα θελήσουν να στηρίξουν μία κυβέρνηση συνεργασίας υπό τη ΝΔ.

Αν και ακόμα στο κυβερνητικό στρατόπεδο κρατούν στάση αναμονής, έως ότου αρχίσει να μετριέται η απήχηση του νέου κόμματος, οι αναλυτές των εκλογικών σεναρίων βάζουν στο τραπέζι και μία ακόμα παράμετρο, με το σκεπτικό ότι αν ο κ. Τσίπρας κατορθώσει να συσπειρώσει διάσπαρτες δυνάμεις της κεντροριστεράς και αριστεράς, τότε είναι πιθανό να αυξηθεί ο αριθμός των κομμάτων που περάσουν κάτω από τον πήχη του 3%. Και σύμφωνα με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο, όσο λιγότερα κόμματα μπουν στη βουλή, τόσο αυξάνεται, θεωρητικά τουλάχιστον, η πιθανότητα επίτευξης αυτοδυναμίας.

Χθες το πρωί, κατά την τοποθέτησή του στο υπουργικό συμβούλιο, ο πρωθυπουργός περιορίστηκε σε έμμεσες βολές προς τον κ. Τσίπρα, μιλώντας για ένα πολιτικό περιβάλλον «σύγχυσης και λαϊκισμού», με κοινό παρονομαστή την αντιπαράθεση με την κυβέρνηση και με «νέα κόμματα με πρωτοεμφανιζόμενους ή επανεμφανιζόμενους πρωταγωνιστές που φορούν άλλο προσωπείο, ενώ είναι ήδη γνωστοί από τη δημόσια παρουσία τους».

Από σήμερα, ωστόσο, τα …σπαθιά να βγουν από τα θηκάρια, εκατέρωθεν.

Πηγή: ieidiseis.gr / eurokinissi

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Ειδήσεις σήμερα

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν