Η προσωπική επίθεση του δημάρχου σε εμένα και στον διευθυντή της Υπηρεσίας Νεωτέρων Μνημείων Κρήτης μέσα στο Δημοτικό Συμβούλιο, με αφορμή τις τεκμηριωμένες θέσεις μας υπέρ της μη κατεδάφισης του πρώην ΙΚΑ, δεν ήταν μια απλή πολιτική αντιπαράθεση.
Του Τάσου Βάμβουκα…
Επιβεβαιώνει μια αντίληψη διοίκησης που δεν αντέχει τον αντίλογο. Με χαρακτηρισμούς περί «πολιτικών σκοπιμοτήτων» και «πρακτικών που κρατούν τα Χανιά όμηρο», επιχειρεί να παρουσιάσει την τεκμηριωμένη διαφωνία ως εχθρική στάση απέναντι στην πόλη.
Να του θυμίσω μόνο ότι, στην πρώτη του θητεία, χωρίς την απλόχερη στήριξή μας, δεν θα μπορούσε να διοικήσει τον δήμο. Και ότι το μεγαλύτερο μέρος του έργου που υλοποιεί σήμερα —και θα συνεχίσει να υλοποιεί— βασίζεται σε σχεδιασμό και χρηματοδοτήσεις που εξασφαλίσαμε εμείς. Εμείς που κατά τον ίδιο θέλουμε το κακό της πόλης.
Κι όμως, απέφυγε να απαντήσει στην ουσία. Και η ουσία δεν είναι μόνο αρχιτεκτονική, είναι και οικονομική. Η επιλογή κατεδάφισης του ΙΚΑ συνιστά ξεκάθαρη περίπτωση οικονομικού ανορθολογισμού. Προβλέπει τη σπατάλη σημαντικών πόρων από χρήματα των δημοτών, για κατεδάφιση και νέα ανέγερση, σε ακίνητο που δεν ανήκει καν στον δήμο, την ώρα που το υφιστάμενο κτήριο επαρκεί και περισσεύει για τη στέγαση της τεχνικής υπηρεσίας. Ταυτόχρονα, δεν έχει δοθεί καμία σαφής απάντηση για τον συνολικό προϋπολογισμό του έργου, ούτε για το από πού θα εξασφαλιστούν τα απαιτούμενα κονδύλια.
Το γεγονός επίσης ότι, η κατεδάφιση του πρώην ΙΚΑ στα Χανιά εισάγεται εκτάκτως ως θέμα στο ΚΑΣ–ΚΣΝΜ, με αλλαγή ημερήσιας διάταξης μόλις 24 ώρες πριν, η προαναγγελία από τον δήμαρχο του αποτελέσματος και η μη υιοθέτηση της εισήγησης της υπηρεσίας, εγείρουν εύλογα ερωτήματα, ότι ίσως δεν πρόκειται για μια πολιτικά ουδέτερη διαδικασία και απόφαση.
Η οδός Νεάρχου δεν είναι απλώς ένας δρόμος. Είναι είσοδος της πόλης και ο τελευταίος άξονας που διατηρεί ακόμη μια συνεχή και πολύτιμη αρχιτεκτονική ενότητα. Ένα σπάνιο αστικό απόθεμα, όπου συνυπάρχουν χαμηλά κτήρια, στην πλειοψηφία τους νεοκλασικά, αλλά και αξιόλογα μεταπολεμικά κτήρια, όπως οι οικίες Παυλάκη, Φουντουλάκη, Παπάζογλου, με το κτήριο του ΙΚΑ να σηματοδοτεί την κατάληξή της. Η άμεση οπτική σχέση με τις Ιταλικές Στρατώνες, που προορίζονται για δημαρχείο, και το «σπίτι του στρατηγού», συγκροτούν ένα ενιαίο αρχιτεκτονικό σύνολο με σαφή ταυτότητα και συνέχεια.
Η εισαγωγή ενός νέου ψηλού κτηρίου σε αυτό το μέτωπο, δεν είναι ουδέτερη επέμβαση. Είναι ρήξη. Διαταράσσει την κλίμακα, ακυρώνει τη συνέχεια και αποδομεί τη συνοχή ενός από τους ελάχιστους δρόμους της πόλης που τη διατηρούν ακόμη.
Και δεν θα είναι η πρώτη φορά. ΑΒΕΑ, Ξενία, Λιμενικό Περίπτερο, εξαφανίστηκαν με ευθύνη της τοπικής αυτοδιοίκησης. Κάθε φορά η ίδια λογική, κάθε φορά το ίδιο αποτέλεσμα: απώλεια.
Η αρχιτεκτονική δεν είναι επιβολή. Είναι ευθύνη ένταξης. Να προσθέτεις χωρίς να σβήνεις, να εξελίσσεις χωρίς να αλλοιώνεις.
Όταν η μνήμη γίνεται εμπόδιο, το πρόβλημα δεν είναι το κτήριο αλλά ο τρόπος που βλέπουμε την πόλη.
Το διακύβευμα δεν είναι ένα κτήριο. Είναι αν αναγνωρίζουμε τη μνήμη της πόλης ή αν επιλέγουμε να τη σβήσουμε. Η πόλη δεν είναι εργαλείο εξουσίας. Είναι κοινή μνήμη και όποιος τη διαγράφει, διαγράφει την ίδια την πόλη και σίγουρα αυτός δεν είναι ο ρόλος ενός δημάρχου που την καταλαβαίνει και υπηρετεί τις ανάγκες της.
Τάσος Βάμβουκας
τ. δήμαρχος Χανίων