Ποιος θα νικήσει τον Μητσοτάκη;

Μητσοτάκης

Πληθαίνουν εδώ και καιρό οι διεκδικητές του τίτλου «εγώ μπορώ να νικήσω τον Μητσοτάκη». Λογικό, μετά από δύο τετραετίες της ΝΔ του 40%. Αλλά η απάντηση ακόμα είναι «κανείς». Η απήχηση της ΝΔ μπορεί να έχει περιοριστεί στο 30% (70% δηλώνουν δυσαρεστημένοι), ίσως και χαμηλότερα, όμως στην κατακερματισμένη αντιπολίτευση κανείς δεν πλησιάζει το 30%.

Γράφει ο Γιώργος Σταθάκης*

Πρώτος των διεκδικητών ήταν ο Κασσελάκης. Στις εσωκομματικές εκλογές του ΣΥΡΙΖΑ,  ως υποψήφιος Πρόεδρος, δήλωνε ότι μόνο αυτός μπορεί να «νικήσει τον Μητσοτάκη». Η Αχτσιόγλου είχε αποφύγει μία τόσο υπερφίαλη δήλωση, επιμένοντας, και σωστά, στην αξιόπιστη πολιτική, τα ευρύχωρα κόμματα, και τις συμμαχίες. Με την εκλογή του Κασσελάκη επήλθε το οριστικό «τέλος του ΣΥΡΙΖΑ». Η διάλυση του ολοκληρώνεται στις μέρες μας.

Ο δεύτερος είναι ο Ανδρουλάκης. Με μόλις 12-13% εκλογική επίδοση, και με «κολλημένη τη βελόνα», διακηρύσσει διαρκώς ότι μπορεί να κερδίσει έστω «με μία ψήφο». Αυτό δεν είναι πιστευτό από κανέναν. Αντί για αξιόπιστη στρατηγική ανοιγμάτων, συμμαχιών και πολιτικών σύγκλισης, ειδικά σε μία περίοδο κατακερματισμού του ΣΥΡΙΖΑ, επέλεξε την αυτάρκεια και τη «μία ψήφο».

Ακολούθησε τρίτη, σε μία μικρή αναλαμπή, η κ. Καρυστιανού. Στηριγμένη στο όντως εντυπωσιακό «κίνημα των Τεμπών», δήλωσε ότι θα μπορούσε να νικήσει και να καταστήσει υπόλογο το «καθεστώς Μητσοτάκη». Εντούτοις ο πολιτικός της λόγος αποδυνάμωσε γρήγορα το ίδιο το εγχείρημα. Το νέο κόμμα που ξεκινάει, θα δείξει τη δυναμική του, αλλά απέχει από κόμμα διεκδίκησης της πρωτιάς.

Όψιμα στο «εγώ θα νικήσω τον Μητσοτάκη» προστέθηκε ο Aλ. Τσίπρας. Πριν καν ξεκινήσει το κόμμα του, δήλωσε ότι μόνο αυτός μπορεί. Κι ας έχει ηττηθεί πέντε φορές στο παρελθόν.  Το επιχείρημα έχει μία βάση. Συγκρινόμενος με τους άλλους αρχηγούς, είναι όντως ο καλύτερος. Σε πολιτικό επίπεδο όμως, ρεαλιστικά, το καλύτερο που μπορεί να πετύχει είναι να διεκδικήσει τη «δεύτερη θέση» από το ΠΑΣΟΚ.

Τα δύο κόμματα στο συν πλην του 15%, δεν απειλούν την ηγεμονία της ΝΔ. Το πρόβλημα της Κεντροαριστεράς εδράζεται στην κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ, ανάμεσα στο 2019 και το 2023 και στη συρρίκνωση του αθροίσματος ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ από το 40% (2015 και 2019) στο 30% (2023). Η απομείωση του ΣΥΡΙΖΑ δεν ενίσχυσε το ΠΑΣΟΚ. Απλά συρρικνώθηκε συνολικά η Κεντροαριστερά.

Τα αίτια της κατάρρευσης είναι προφανώς πολιτικά. Εντούτοις η ιδέα του ίδιου του Τσίπρα το 2019-23, ήταν η διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ, με πολιτικούς και μέλη προερχόμενα από τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο Αυτό είχε διχάσει τότε το κόμμα ανάμεσα στην «προεδρική» και την «αριστερή» του τάση.

Το αποτέλεσμα του 2023 ήταν σοκαριστικό. Για τους υποστηρικτές της διεύρυνσης η αιτία ήταν η εσωτερική αντιπαράθεση στο ΣΥΡΙΖΑ. Για την αριστερή πτέρυγα έφταιγε η ίδια η διεύρυνση που αποδυνάμωσε την φυσιογνωμία του και ακύρωσε το ηθικό και αξιακό βάρος που είχε κτίσει με τη διακυβέρνηση.

Το «κόμμα Τσίπρα» είναι η συνέχιση του πολιτικού συλλογισμού του 2019-2023, με την εγκατάλειψη του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ, εν συνόλω. Ότι ο Τσίπρας χωρίς το «κόμμα βαρίδι». με άμεση «αρχηγική εποπτεία» και νέο πολιτικό προσωπικό, μπορεί να κάνει τη διαφορά.

Μέχρι στιγμής επικεντρώνεται στη στρατολόγηση προσώπων από το χώρο του ΠΑΣΟΚ, -μη εκλεγέντων βουλευτών, ευρωβουλευτών, υποψήφιων μελών ΚΕ (Σαουλίδης, Αντωνοπούλου, Παπαδοπούλου) και στελεχών (Σιακαντάρης). Προστίθεται ένας μικρός πυρήνας από τον εναπομείναντα ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Αριστερά. Και φυσικά η ανάδειξη νέων προσώπων, παρά την αμφίσημη εμπειρία από το προηγούμενο εγχείρημα  (Φαραντούρης, Παπάς, Θρασκιά, Αντώναρος και πλήθος άλλοι).

Σε κάθε περίπτωση οι πρώτες δημοσκοπήσεις θα δείξουν την εμβέλεια του νέου εγχειρήματος. Εάν κινείται στα όρια των επιδόσεων του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή στο 15-17%, ο Τσίπρας κινδυνεύει, όπως και ο Ανδρουλάκης, να παγιδευτεί στο «με μία ψήφο». Εάν κινηθεί παραπάνω ίσως  το εγχείρημα να αποκτήσει νόημα.

Εκκρεμεί φυσικά και το κεντρικό αφήγημα. Το Μανιφέστο του Γ. Σιακαντάρη εδράζεται σε μία «ελληνική πρωτοτυπία»: Την ενοποίηση, σε ένα, τριών πολιτικών ρευμάτων, που παραμένουν διακριτές «πολιτικές οικογένειες» (σοσιαλιστές, πράσινοι, αριστερά) στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή και στο Ευρωκοινοβούλιο. Πρακτικά και θεωρητικά αυτό είναι αδύνατο. Το καθοριστικό όμως θα είναι το προεκλογικό πρόγραμμα.

Τελικά, άμεσα, ο Μητσοτάκης κινδυνεύει μόνο από την ίδια τη Νέα Δημοκρατία. Εξαρτάται από τη μείωση της εκλογικής της δύναμης. Η ΝΔ έχει επί χρόνια, ως χειρότερη επίδοση, το 27-28%. Το 40% είναι πλέον εξωπραγματικό. Εξίσου δύσκολο είναι ότι να πέσει κάτω από το ιστορικά χαμηλό της.

Εάν η επίδοση είναι στα χαμηλά, τότε κάθε προοπτική αυτοδυναμίας θα έχει χαθεί. Η απώλεια μεγάλου ποσοστού, θα οδηγήσει στο προφανές συμπέρασμα, ότι ο κύκλος της ηγεσίας του Κ. Μητσοτάκη έκλεισε -ειδικά αν το κόμμα Σαμαρά αποσπάσει μερικές ακόμα μονάδες.

Ένας νέος αρχηγός την επαύριο των πρώτων εκλογών, θα επανασυσπείρωνε το σύνολο της παράταξης (Σαμαράς, Καραμανλής) και θ’ άνοιγε το δρόμο σε μία υψηλότερη εκλογική επίδοση μιας εν δυνάμει νέας αυτοδυναμίας. Αυτή η εκλογική στρατηγική προσκρούει φυσικά στο ότι η ΝΔ είναι ήδη εγκλωβισμένη σε ένα πολιτικό αφήγημα χωρίς δυνατότητα ανανέωσης.

Το πραγματικό πρόβλημα της χώρας είναι ότι χρειάζονται μεγάλες τομές για να ξεκολλήσει η στάσιμη οικονομία, να διανεμηθεί δικαιότερα ο πλούτος, να ισοπεδωθεί η αυθαιρεσία και η περιβαλλοντική υποβάθμιση, να λειτουργήσει το κράτος δικαίου, να γίνουν βαθιές μεταρρυθμίσεις στο κοινωνικό κράτος και τη διοίκηση, να ενισχυθεί ο δικαιωματικός χάρτης και να αναπροσαρμοστεί ριζικά η εξωτερική πολιτική με βάση τις νέες διεθνείς προκλήσεις.

Το «πολιτικό κενό» είναι η έλλειψη δυνάμεων που να διαθέτουν «μεγάλο αφήγημα» ριζικών αλλαγών, κατ´ αναλογία του 1981, του 1996 ή του 2015. Σήμερα το ΠΑΣΟΚ δεν έχει σχέση με «το ΠΑΣΟΚ της Αλλαγής», που ορμητικά συνέλαβε τις μεγάλες τομές της δεκαετίας του ‘80 ή τον «εκσυγχρονισμό» του Σημίτη, που ανανέωσε τον πολιτικό του λόγο. Σήμερα δεν υπάρχει καν κεντρικό αφήγημα. Κι ως γνωστόν κόμματα που έχουν καταρρεύσει δύσκολα επανέρχονται σε πρώτο ρόλο.

Η πολιτική εξόφθαλμα πλέον εμπλέκεται με το δημογραφικό ζήτημα. ΠΑΣΟΚ (και ο ΣΥΡΙΖΑ) και όψιμα το «κόμμα Τσίπρα» κινητοποιούν γερασμένα κοινά. Τις εκλογές τις κερδίζουν όμως οι παραγωγικές ηλικίες. Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε το 2015 και κρατήθηκε το 2019 με ελάχιστες απώλειες, σαρώνοντας στους νέους και στους εργαζόμενους των λαϊκών συνοικιών. Στους συνταξιούχους έχανε κατά κράτος. Το ΠΑΣΟΚ δοκιμάζεται μόνιμα πλέον στις λαϊκές συνοικίες των μεγάλων πόλεων.

Οι παραγωγικές ηλικίες και η νεολαία είναι το επίμαχο θέμα των επόμενων εκλογών. Εδώ όμως χρειάζεται κοινωνικό και πολιτικό ρεύμα, που θα ταυτιστεί με ένα «μεγάλο αφήγημα» ρήξεων και αλλαγών. Αυτό παραμένει μέχρι στιγμής το πρόβλημα της Κεντροαριστεράς. Διαφορετικά το «εγώ θα νικήσω τον Μητσοτάκη» θα παραμείνει το άλλοθι για την αδυναμία άσκησης πολιτικής με Π κεφαλαίο.

*Είναι πρώην υπουργός και πρώην βουλευτής Χανίων 

Πηγή άρθρου: kreport.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Ειδήσεις σήμερα

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν