Ένα νέο όνομα από την οικογένεια Βαρδινογιάννη κάνει όλο και πιο έντονη την παρουσία του στον χώρο του μηχανοκίνητου αθλητισμού.
Ο Ανδρέας Βαρδινογιάννης, δεύτερος γιος του Γιάννη Βαρδινογιάννη έκλεψε τις εντυπώσεις με τη συμμετοχή του στο πρόσφατο Ράλι Στερεάς Ελλάδας, επιβεβαιώνοντας πως δεν πρόκειται απλώς για ένα «βαρύ» επώνυμο, αλλά για έναν οδηγό με προοπτική και φιλοδοξίες.
Αγωνιζόμενος με το ψευδώνυμο «Flandy» οδηγώντας ένα Ford Fiesta Rally3, είχε στο δεξί μπάκετ τον έμπειρο Κώστα Στεφανή, με τον οποίο συνέθεσαν ένα ανταγωνιστικό δίδυμο. Μέχρι τα μέσα του αγώνα, βρίσκονταν σε τροχιά πρωτιάς στην κατηγορία Rally3, δίνοντας σκληρή μάχη με το πλήρωμα Παντελή – Χρυσοστόμου, με τη διαφορά τους να είναι ελάχιστη.
Ωστόσο, η εξέλιξη δεν ήταν η αναμενόμενη, καθώς μία έξοδος λίγο πριν το τέλος της ειδικής διαδρομής «Θήβα Ι» έβαλε πρόωρο τοίχος στις ελπίδες τους για διάκριση, παρά την εξαιρετική τους παρουσία μέχρι εκείνο το σημείο.
Μεθοδική εξέλιξη και σημαντικά βήματα
Η πορεία του Ανδρέα Βαρδινογιάννη στον χώρο δεν είναι περιστασιακή. Ξεκίνησε το 2023 από το Ράλι Φθιώτιδος με ένα Skoda Fabia R5, αποκτώντας πολύτιμες εμπειρίες σε χωμάτινες διαδρομές. Με σταθερά βήματα και συνεχή συμμετοχή σε αγώνες, πέρασε στο επίπεδο του Rally3, χτίζοντας σταδιακά τη δική του αγωνιστική ταυτότητα.
Η πιο ηχηρή του στιγμή μέχρι σήμερα ήρθε στο 46ο Ολυμπιακό Ράλι, όπου με συνοδηγό τον Kamil Kozdron κατέκτησε την τρίτη θέση στη γενική κατάταξη και την πρώτη στην κατηγορία του, επιβεβαιώνοντας την ανοδική του πορεία.
Στα χνάρια του «Τζίγγερ», με δικό του δρόμο
Το όνομα του Γιάννη Βαρδινογιάννη κουβαλά βαριά ιστορία στο ελληνικό motorsport. Με πολυετή παρουσία και μεγάλες επιτυχίες, αποτέλεσε σημείο αναφοράς στα ράλι, ιδιαίτερα με τις επιδόσεις του στο Ράλι Ακρόπολις, όπου στάθηκε απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό με αξιώσεις.
Ο πρώην ιδιοκτήτης της ΠΑΕ Παναθηναϊκός, Γιάννης Βαρδινογιάννης ξεκίνησε την ενασχόλησή του με τις ειδικές διαδρομές το 1982, περνώντας σταδιακά τόσο από τη θέση του οδηγού, όσο και από το δεξί μπάκετ, σε μια εποχή που το ελληνικό motorsport διαμόρφωνε ακόμη τη σύγχρονη ταυτότητά του. Από το 1985, με συνοδηγό τον Κώστα Στεφανή, συγκρότησε ένα από τα πιο σταθερά και αναγνωρίσιμα δίδυμα των ελληνικών ράλι, χτίζοντας μέσα από τη συνέπεια και τις επιδόσεις του μια πορεία με ξεκάθαρο αποτύπωμα.
Το 1987 ήρθε ο πρώτος τίτλος του, ενώ στη συνέχεια ακολούθησε μια κυριαρχική περίοδος με πέντε συνεχόμενα Πρωταθλήματα Ελλάδας, οδηγώντας κυρίως Lancia Delta Integrale, ένα αυτοκίνητο που ταυτίστηκε με την αγωνιστική του εικόνα και την εποχή της απόλυτης κυριαρχίας του.
Στο Ράλι Ακρόπολις, ο Τζίγγερ δεν λειτούργησε ποτέ ως απλός εκπρόσωπος της ελληνικής παρουσίας. Αντιθέτως, αποτέλεσε σταθερό σημείο αναφοράς απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό. Το 1988 κατέγραψε την 6η θέση στη γενική κατάταξη, ακολούθησαν τερματισμοί μέσα στην πρώτη δεκάδα τα επόμενα χρόνια (9ος το 1989, 7ος το 1990, 10ος το 1991 και 8ος το 1992), επιβεβαιώνοντας μια σπάνια σταθερότητα σε έναν από τους πιο απαιτητικούς αγώνες του παγκόσμιου καλενταριού. Οι καταγραφές της εποχής τον θέλουν πρώτο Έλληνα στη γενική κατάταξη του Ακρόπολις για πέντε συνεχόμενες χρονιές, από το 1988 έως το 1992.
Από τις ιστορίες που έχουν μείνει έντονα στη μνήμη του ελληνικού μηχανοκίνητου αθλητισμού ξεχωρίζει εκείνη του 1989, όταν αγωνίστηκε με σπασμένο πόδι και μαζί με τον Κώστα Στεφανή, κατέκτησε την πρώτη θέση στην ελληνική κατάταξη του αγώνα. Μια στιγμή που έχει αποκτήσει σχεδόν μυθική διάσταση και εξηγεί γιατί το όνομα «Τζίγγερ» δεν έμεινε απλώς ως παρατσούκλι, αλλά ως σημείο αναφοράς μιας ολόκληρης εποχής.
Πηγή: paixebala.gr