Κρήτη | «Να με περάσετε για τελευταία φορά από το μνήμα του παιδιού μου» ζήτησε ο 54χρονος που σκότωσε τον 21χρονο

Γονείς

Το δρόμο για τη φυλακή αναμένεται να πάρει ο 54χρονος Κώστας Παρασύρης που κατηγορείται για τη δολοφονία του 21χρονου Νικήτα την Τρίτη (5.6.26) στην Κρήτη.

Ο Κώστας Παρασύρης, όσο και η 56χρονη σύζυγος του, η οποία επίσης κρίθηκε προσωρινά κρατούμενη για συνέργεια στην δολοφονία του αδικοχαμένου παλικαριού στο Ηράκλειο, θα μεταφερθούν σε φυλακή εκτός Κρήτης για λόγους ασφαλείας, ενώ σύμφωνα με δημοσίευμα του cretalive.gr ο ίδιος ζήτησε να περάσει για τελευταία φορά από το νεκροταφείο που είναι θαμμένος ο γιος του: «Μία χάρη θέλω… Να με περάσετε για τελευταία φορά από το μνήμα του παιδιού μου γιατί δεν θα το ξαναδώ να το αποχαιρετήσω».

«Στο πρόσωπό του εκείνη την στιγμή δεν έβλεπα τίποτα άλλο παρά τον φονιά του γιού μου. Δεν ήμουν ο εαυτός μου. Εξάλλου, ο πραγματικός Κώστας είχε χαθεί από καιρό. Δεν όριζα τον εαυτό μου, την σκέψη μου και την συμπεριφορά μου»

Για τον εαυτό του είπε ότι δεν τον νοιάζει τι θα απογίνει και τι θα πάθει. Δεν τον ενδιέφερε άλλωστε ούτε πριν. Στη  διάρκεια της απολογίας του φέρεται να είπε ότι «αν είχα χίλιες σφαίρες, χίλιες θα του έπαιζα, αλλά είχα μόνο έξι…».

Κρήτη: «Ένα μαύρο πέπλο είχε σκεπάσει τον νού μου»

«Η ζωή μου σταμάτησε στις 20-10-2023. Από την ημέρα που έχασα το μοναχοπαίδι και μοναχογιό μου, έσβησε για μένα το φως της ζωής. Έγινα σκιά του εαυτού μου. Δεν υπήρχε κανένας πλέον λόγος να ζω. Είχα παραιτηθεί», φέρεται να είπε στην απολογία του ο 54χρονος.

«Κοιμόμουν (όποτε κοιμόμουν) και ξυπνούσα με τον πόνο της απώλειας του παιδιού μου. Η ζωή μου ήταν νεκροταφείο – σπίτι – νεκροταφείο και Δικαστήρια», είπε χαρακτηριστικά.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην πορεία της δικαστικής διερεύνησης της υπόθεσης, εκφράζοντας την αγανάκτησή του.

 

«Εδώ και δυόμιση χρόνια δυστυχώς δεν έβλεπα καμία πρόοδο. Την ήδη επιβαρυμένη  ψυχική μου κατάσταση επιδείνωσε και το γεγονός ότι ο συγχωρεμένος κυκλοφορούσε ελεύθερος χωρίς καμία τιμωρία, δεν είχε καν ασκηθεί ποινική δίωξη εις βάρος του για οποιοδήποτε αδίκημα και πολλές φορές όταν με συναντούσε στο δρόμο με ειρωνευόταν και με χλεύαζε κάνοντας σπινιές και ελιγμούς, περνώντας έξω από το σπίτι μου και βάζοντας δυνατά μουσική, ενώ τόσο αυτός όσο και η οικογένειά του, αντί να μου εκφράσουν την συμπαράστασή τους με κάποιο – έστω – συμβολικό τρόπο, με είχαν καταγγείλει και ψευδώς ότι τάχα τους πυροβόλησα έξω από το σπίτι τους, πράγμα που δεν ήταν αλήθεια».

Ο 54χρονος αναφέρει ότι είχε φτάσει στο σημείο να πιστεύει πως τίποτα δεν μπορούσε πλέον να τον δικαιώσει. «Καμία δικαιοσύνη, Θεού ή ανθρώπων, δεν θα έφερνε πίσω τον Γιώργο μου, τη δύναμή μου, το γέλιο μου». Περιγράφοντας την ψυχολογική του κατάσταση λίγο πριν το φονικό, υποστήριξε: «Η κατάστασή μου έβαινε συνεχώς επιδεινούμενη με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να μην έχω κλείσει μάτι για τουλάχιστον 10 ημέρες. Έκλαιγα ασταμάτητα γιατί έφτανε η ημέρα της Αγίας Ειρήνης, που σαν σήμερα πριν από 9 χρόνια έχασε την ζωή του άδικα σε τροχαίο το παιδί του πρώτου μου ξαδέρφου Κωνσταντίνου Βαρότση-ο Χαρίλαος-στο ίδιο ακριβώς σημείο (στον ίδιο στύλο) που κατέληξε και ο μονάκριβός μου, ακριβώς στον ίδιο χρόνο με το γιό μου (μετά από 19 ημέρες από το συμβάν) και ο οποίος έχει ταφεί στο ίδιο μνήμα με τον γιό μου. Σημειωτέον ότι τον αδικοχαμένο γιό μου τον βάπτισα Γεώργιο προς απόδοση τιμής στον επίσης αδικοχαμένο πρώτο μου ξάδερφο Γεώργιο Βαρότση, αδερφό του Κωνσταντίνου, ο οποίος ομοίως σκοτώθηκε σε τροχαίο το έτος 1990 έξω από την είσοδο του αεροδρομίου Ηρακλείου. Πήρα λοιπόν μαζί μου το περίστροφο (σ.σ. που αυτοβούλως παρέδωσα στην αστυνομία κατά την αυθόρμητη και εκούσια προσέλευσή μου) στο νεκροταφείο, προκειμένου παίξω στον αέρα δύο μπαλωθιές προς τιμήν της μνήμης του παιδιού, όπως συνηθίζεται στα μέρη μας, πλην όμως λόγω του ότι μαζεύτηκε πολύς ξένος κόσμος στο μνημόσυνο – συναπαντήματα πάνω από το μνημείο των παιδιών μας, εντέλει δεν το έπραξα».

 

Επιστρέφοντας από το νεκροταφείο μαζί με τη σύζυγό του, ο 54χρονος περιγράφει ότι βρισκόταν ήδη σε εξαιρετικά επιβαρυμένη ψυχολογική κατάσταση, βυθισμένος στη θλίψη και την οδύνη για την απώλεια του γιου του. Όπως υποστηρίζει, στον δρόμο προς το Ηράκλειο συνάντησε τυχαία τον 21χρονο και θεώρησε ότι ο νεαρός τον ειρωνεύτηκε με άσεμνη χειρονομία.

«Εκείνη την στιγμή έχασα την γη κάτω από τα πόδια μου, ένα μαύρο πέπλο σκέπασε το ήδη επιβαρυμένο και αρρωστημένο μυαλό μου, θόλωσα, περιήλθα σε κατάσταση παροξυσμού, παραληρήματος, και πλήρους ψυχικής ταραχής και άμεσα, υπό καθεστώς απύθμενου πόνου, τρομερού θυμού και τεράστιας οργής που απέκλεισαν την σκέψη μου – χωρίς να το καταλάβω – έπεσα πάνω στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο συγχωρεμένος. Αυτός τότε αντί να σηκωθεί να φύγει κατέβηκε από το αυτοκίνητο και μού επιτέθηκε κλωτσώντας με και με τα δύο του πόδια. Εκείνη την στιγμή, υπό καθεστώς σκληρών συναισθημάτων οργής, αγανάκτησης, θυμού και απέραντης θλίψης που με κυρίευσαν – κατέκλυσαν και που μού απέκλεισαν τον αντιληπτικό μου ορίζοντα και την ψύχραιμη και ήρεμη σκέψη και που μού καθόριζαν αιτιακά την συμπεριφορά μου, έβγαλα  το περίστροφο και πυροβόλησα κατά του συγχωρεμένου ούτε θυμάμαι πόσες φορές, σκοτώνοντάς τον».

Ο 54χρονος ισχυρίστηκε  ότι τη στιγμή της εκτέλεσης  είχε χάσει πλήρως τον έλεγχο του εαυτού του και πως στο πρόσωπο του 21χρονου δεν έβλεπε έναν άνθρωπο, αλλά εκείνον που θεωρούσε υπεύθυνο για τον χαμό του παιδιού του. «Στο πρόσωπό του εκείνη την στιγμή δεν έβλεπα τίποτα άλλο παρά τον φονιά του γιού μου. Δεν ήμουν ο εαυτός μου. Εξάλλου, ο πραγματικός Κώστας είχε χαθεί από καιρό. Δεν όριζα τον εαυτό μου, την σκέψη μου και την συμπεριφορά μου. Ένα μαύρο πέπλο είχε σκεπάσει τον νού μου. Το μόνο που μετά βίας θυμάμαι εκείνη την στιγμή είναι την γυναίκα μου να ουρλιάζει «Μη Κώστα μη» και να κλαίει τραβώντας τα μαλλιά της μέσα από το αυτοκίνητο. Ό,τι έπραξα το έπραξα χωρίς να μπορώ να ορίζω τον εαυτό μου κατακλυσθείς από σκληρά συναισθήματα οργής, αγανάκτησης, θυμού και συνάμα απογοήτευσης από την ειρωνεία που επεδείκνυε διαχρονικά ο συγχωρεμένος, την αδράνεια και την εν γένει καθυστέρηση του συστήματος, όσο και ιδία από την αμέσως προγενέστερη της πράξης μου συμπεριφορά του. Ήμουν πλέον ένας τρελός…».

«Αυτός που σκότωσε τον συγχωρεμένο δεν ήταν ο Κώστας μου»

«Οι εικόνες που αντίκρισα θα μείνουν για πάντα χαραγμένες στην μνήμη μου. Το μόνο που έχω να σας πω είναι ότι αυτός που σκότωσε τον συγχωρεμένο δεν ήταν ο Κώστας μου. Ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Δεν είχε καν την όψη του Κωστή μου. Ήταν ένας τρελός, ένα ακάθαρτο πνεύμα, χωρίς επαφή με το περιβάλλον…» ισχυρίστηκε στην απολογία της η σύζυγος του 54χρονου.

«Ειλικρινά έπραξα ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό προκειμένου τον αποτρέψω, πλην όμως δυστυχώς δεν τα κατάφερα.  Στην συνέχεια σε όλο τον δρόμο προς τον σπίτι μας πλέον έκλαιγα και μοιρολογούσα και του έλεγα «τί έκανες, τι έκανες..;». Μόλις συνήλθαμε λίγο, μού είπε ότι θέλει να πάει να παραδοθεί, πράγμα που υπερθεμάτισα και εγώ, όπως και έγινε. Χθες καταστράφηκε δυστυχώς – εκτός από την δική μου – και άλλη μια οικογένεια, πράγμα που δεν έπρεπε να συμβεί. Συμπάσχω με τον πόνο της μάνας του Νικήστρατου και συμμερίζομαι το πένθος της. Εκφράζω τα ειλικρινή μου συλλυπητήρια και εύχομαι να είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει» υποστήριξε.

Στην απολογία της ενώπιον της ανακρίτριας Ηρακλείου, η σύζυγος του 54χρονου περιέγραψε έναν άνθρωπο που, όπως είπε, είχε καταρρεύσει ψυχολογικά μετά τον θάνατο του 17χρονου γιου τους και ζούσε επί μήνες μέσα σε έντονη θλίψη, αϋπνία και διαρκή συναισθηματική φόρτιση. Ιδιαίτερα τις τελευταίες ημέρες τον έβλεπε να καταρρέει ολοένα και περισσότερο, «να κλαίει ασταμάτητα», κυρίως όσο πλησίαζε μια ιδιαίτερα φορτισμένη επέτειος για την οικογένεια, συνδεδεμένη με προηγούμενο θανατηφόρο τροχαίο συγγενικού προσώπου, στο ίδιο σημείο όπου έχασαν και το δικό τους παιδί.

Για την ημέρα της εκτέλεσης, φέρεται να υποστήριξε: «Επιστρέφοντας με τον σύζυγό μου από το νεκροταφείο που είχαμε πάει για το μνημόσυνο του Χαρίλαου και οδηγώντας αυτός το αυτοκίνητό μας με κατεύθυνση προς το Ηράκλειο, μέσα σε κλίμα βαθιάς θλίψης και οδύνης, που επιβάρυνε ακόμα περισσότερο την ήδη επιβαρυμένη ψυχική μας κατάσταση, ξαφνικά συναντήσαμε τυχαία τον συγχωρεμένο, ο οποίος μόλις μάς αντιλήφθηκε από μακριά, έκανε μία άσεμνη χειρονομία προς τον Κώστα. Ξαφνικά και χωρίς να καταλάβω πώς και γιατί τρακάραμε με τον συγχωρεμένο, εμένα μού έπεσαν τα γυαλιά μου κάτω στο πατάκι από το χτύπημα και χωρίς ειλικρινά να αντιληφθώ τι ακριβώς συνέβη είδα τον συγχωρεμένο να επιτίθεται στον σύζυγό μου και να τον κλωτσάει. Άρχισα να φωνάζω βοήθεια και τότε μόλις που πρόλαβα και είδα τον σύζυγό μου να βγάζει από την μέση του ένα περίστροφο, του οποίου την ύπαρξη ειλικρινά αγνοούσα. Το μόνο πράγμα που θυμάμαι ότι κατόρθωσα να ουρλιάξω «Κώστα μη μη», αλλά ήταν πλέον αργά. Οι εικόνες που αντίκρισα θα μείνουν για πάντα χαραγμένες στην μνήμη μου. Το μόνο που έχω να σας πω είναι ότι αυτός που σκότωσε τον συγχωρεμένο δεν ήταν ο Κώστας μου. Ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Δεν είχε καν την όψη του Κωστή μου. Ήταν ένας τρελός, ένα ακάθαρτο πνεύμα, χωρίς επαφή με το περιβάλλον».

Πηγή: in.gr

Διαβάστε ακόμη: Προφυλακίστηκαν ο 54χρονος δολοφόνος του Νικήτα και η σύζυγός του, θα μεταφερθούν εκτός Κρήτης

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Ειδήσεις σήμερα

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν