Οσμή σκανδάλου αναδύει υπόθεση που εξελίσσεται στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών τις ημέρες αυτές και απασχολεί την Ποινική και Διοικητική Δικαιοσύνη. Το οικονομικό αντικείμενό της αγγίζει τα 100 εκατ. ευρώ.
Η υπόθεση ξεκινά από την οικονομική διαμάχη γνωστού ξενοδοχειακού ομίλου με ρίζες από την Κρήτη με το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΞΕΕ).
Η διαµάχη ξεκίνησε πριν από 27 χρόνια, όταν εν όψει της διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα ο ξενοδοχειακός όμιλος σύναψε µε τον ΕΟΤ, το 1999, σύµβαση μίσθωσης έκτασης 326 στρεµµάτων στο Λαγονήσι, διάρκειας 40 ετών.
Η παραχώρηση της έκτασης πέρασε από πολλά κύματα και τελικά η σύμβαση δεν ευοδώθηκε λόγω καθυστερήσεων.
Ετσι, ο όμιλος κατέθεσε αγωγή-αίτηση στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών σε βάρος του ΞΕΕ, ισχυριζόμενος ότι από τη ματαίωση της συμφωνίας είχε διαφυγόντα κέρδη. Διεκδίκησε το ποσό των 60.925.868 ευρώ και επιπρόσθετα 3 εκατ. ευρώ για ηθική βλάβη λόγω μείωσης της επαγγελματικής του φήμης.
Το διεκδικούμενο ποσό μετά την παρέλευση τόσων δεκαετιών, υπολογιζόμενων με τους νόμιμους τόκους, έχει ανέλθει στα 100 εκατ. ευρώ. Μάλιστα, εν όψει του ότι η επίμαχη υπόθεση εκ των πραγμάτων θα ξανασυζητηθεί, το εν λόγω ποσό θα ξεπεράσει τα 100 εκατ. ευρώ.
Αναίρεση
Η αγωγή δεν μπόρεσε να σταθεί στους δύο πρώτους βαθμούς (Πρωτοδικείο και Εφετείο) και μετά από αναίρεση έφτασε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο το 2023 αναίρεσε εν μέρει την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου και ανέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών, καθώς κρίθηκε ότι χρειάζονται διευκρινίσεις ως προς τα πραγματικά περιστατικά.
Σε τριμελή σύνθεση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών συζητήθηκε (19/5/2025) και πάλι η υπόθεση σε δημόσια συνεδρίαση, με πρόεδρο τον πρόεδρο εφετών Α.Τ., εισηγήτρια την εφέτη Α.Μ. και μέλος την επίσης εφέτη Ε.-Μ.Λ.
Ομως, μετά τη συζήτηση και ενώ βρισκόταν η υπόθεση στο στάδιο της διάσκεψης, ο Α.Τ. έκανε ένα γαϊτανάκι επανειλημμένων αλλαγών στη νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου, οι οποίες μάλιστα καταγράφονται στα πρακτικά συζήτησης της υπόθεσης.

Αντίθετα, ο πρόεδρος απάντησε ότι έχει μελετήσει την υπόθεση και έχει άλλη άποψη. Το τρίτο μέλος της σύνθεσης, η Ε.-Μ.Λ., δήλωσε ότι επιφυλάσσεται να τη μελετήσει και να απαντήσει στην επόμενη διάσκεψη.
Πριν από την έναρξη της επόμενης, δεύτερης, διάσκεψης (16/2/2026) ο πρόεδρος γνωστοποίησε ότι είχε αλλάξει τη σύνθεση και πλέον η Ε.-Μ.Λ. δεν ήταν μέλος, χωρίς ωστόσο η αποβληθείσα να έχει δηλώσει υπηρεσιακό κώλυμα ή λόγους ανωτέρας βίας. Παρ’ όλα αυτά, αντικαταστάθηκε από τη Γ.Κ.
Τα υπόλοιπα δύο μέλη της σύνθεσης αντέδρασαν στην αλλαγή αυτή και ο πρόεδρος επανέφερε στη σύνθεση την Ε.-Μ.Λ. Ομως, στην αμέσως επόμενη διάσκεψη, ο πρόεδρος έκανε νέα αλλαγή, επικαλούμενος ότι ο καθορισμός της σύνθεσης αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα του προέδρου, κάτι που δημιούργησε νέα αντίδραση των δύο άλλων μελών της σύνθεσης.
Κατόπιν αυτών, ο πρόεδρος αναγκάστηκε να επαναφέρει την αρχική σύνθεση. Τα δύο μέλη της σύνθεσης υπέβαλαν αναφορά σε βάρος του προέδρου στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στη Γενική Επιτροπεία των Διοικητικών Δικαστηρίων, ενώ υπέβαλαν δήλωση αποχής από τη συγκεκριμένη υπόθεση και τέσσερεις μέρες αργότερα το ίδιο έκανε και ο πρόεδρος.
Κλήση για κατάθεση
Ηδη η Ε.-Μ.Λ. και η Α.Μ., στο πλαίσιο προκαταρκτικής έρευνας που έχει ξεκινήσει, κλήθηκαν να καταθέσουν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών μέσα στις επόμενες μέρες. Σύμφωνα με συναδέλφους του, ο πρόεδρος της σύνθεσης πιθανά να βρεθεί αντιμέτωπος με τα αδικήματα της παράβασης καθήκοντος, της νόθευσης δικαστικού εγγράφου, της παραβίασης της μυστικότητας δικαστικών συνεδριάσεων κ.λπ.
Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος του ΣτΕ Μιχάλης Πικραμένος έχει ήδη ξεκινήσει την πειθαρχική διαδικασία για τις αλλαγές στη σύνθεση του δικαστηρίου και έχει αναθέσει τον πειθαρχικό φάκελο στη σύμβουλο Επικρατείας Κωνσταντίνα Λαζαράκη. Μάλιστα, όπως τόνιζαν στο ΣτΕ, είναι ανεπίτρεπτες οι αλλαγές των συνθέσεων, καθώς παραβιάζεται η συνταγματική αρχή του νόμιμου φυσικού δικαστή.
Στις αναφορές αυτές υποστηρίζεται ότι επιχείρησε να αλλάξει την τριμελή σύνθεση της υπόθεσης μετά την πρώτη διάσκεψη που έγινε, δηλαδή μόλις αντιλήφθηκε την απορριπτική πρόταση της εισηγήτριας της υπόθεσης.
Δεν πρέπει να παραλειφθεί ότι στα δικαστήρια της οδού Ριανκούρ και κατά το παρελθόν είχε αποκαλυφθεί έκνομη δραστηριότητα διοικητικών δικαστών.
Για τη συγκεκριμένη υπόθεση εξέδωσε ανακοίνωση και η Γενική Επιτροπεία των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, η οποία επιβεβαιώνει ότι οι αναφορές μαζί με τα έγγραφα στοιχεία που κρίθηκαν απαραίτητα διαβιβάστηκαν άμεσα στα αρμόδια πειθαρχικά όργανα του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Ολόκληρη η ανακοίνωση της Γενικής Επιτροπείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων
Με αφορμή δημοσίευμα της 3ης Μαΐου 2026 στο κυριακάτικο φύλλο της εφημερίδας «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ», θεωρούμε αναγκαίο να ενημερώσουμε, σχετικά με το ζήτημα που αναδεικνύεται δημοσιογραφικά, ότι οι αναφορές που κατατέθηκαν στη Γενική Επιτροπεία των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων από μέλη της σύνθεσης Τμήματος του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, μαζί με τα έγγραφα στοιχεία που κρίθηκαν απαραίτητα για την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης, διαβιβάστηκαν άμεσα στα αρμόδια πειθαρχικά όργανα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Αναμένουμε το ταχύτερο τη διαλεύκανση της υπόθεσης αυτής και την απόδοση τυχόν ευθυνών σε όσους κριθεί ότι πράγματι ενέχονται, ώστε να μην καταλείπεται καμία σκιά σε βάρος των διοικητικών δικαστών, με όποιες δυσμενείς συνέπειες επάγεται αυτό για το κύρος της δικαιοσύνης εν γένει.
Στο ίδιο πλαίσιο και η ανακοίνωση από την Ένωση Διοικητικών Δικαστών, η οποία επιβεβαιώνει το ρεπορτάζ του Πρώτου Θέματος και ζητά να εντοπιστούν εμπλεκόμενοι δικαστικοί λειτουργοί να αποδοθούν, χωρίς καμία επιείκεια, οι
πειθαρχικές και ποινικές ευθύνες.
Ολόκληρη η ανακοίνωση από την Ένωση Διοικητικών Δικαστών
Παρακολουθούμε με ιδιαίτερη ανησυχία όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας σχετικά με υπόθεση εξαιρετικά μεγάλου οικονομικού αντικειμένου, όπου φέρονται να έχουν υπάρξει μεταγενέστερες παρεμβάσεις στη σύνθεση του δικαστηρίου και στα πρακτικά της συνεδρίασης. Πρέπει να τονιστεί ότι η διερεύνηση της υπόθεσης εκκινήθηκε από τους ίδιους τους δικαστικούς λειτουργούς με την υποβολή πειθαρχικών αναφορών καθώς και ότι επιλήφθηκαν αμέσως τα αρμόδια δικαστικά όργανα.
Ζητούμε να χυθεί άπλετο φως και σε περίπτωση που εντοπιστούν εμπλεκόμενοι δικαστικοί λειτουργοί να αποδοθούν, χωρίς καμία επιείκεια, οι πειθαρχικές και ποινικές ευθύνες.