Άρθρο του Χαράλαμπου Λουτσέτη, μέλους της Επιτροπής Περιοχής του ΚΚΕ και επικεφαλής της «Λαϊκής Συσπείρωσης» Δήμου Χανίων.
Με αφορμή το συνέδριο του «Economist Impact» και του «PowerGame.gr» στα Χανιά, αλλά και την αρθρογραφία του δημάρχου που ακολούθησε, άνοιξε ξανά η συζήτηση για το μέλλον του τουρισμού. Μόνο που αυτή δεν μπορεί να γίνεται με μισόλογα: δεν γίνεται να πανηγυρίζουμε τη «μεταμόρφωση» της Κρήτης σε κόμβο τουρισμού, υποδομών, ενέργειας και επενδύσεων, και ταυτόχρονα να εμφανιζόμαστε ανήσυχοι για τις συνέπειες αυτής ακριβώς της στρατηγικής, σαν να ήρθαν από τον ουρανό.
Το ερώτημα δεν είναι αν «θέλουμε τον τουρισμό» όπως έντεχνα πολλές φορές θέτουν οι εκπρόσωποι αυτής της ανάπτυξης.— αυτό είναι βολικό, παραπλανητικό δίλημμα. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος ελέγχει την ανάπτυξη, ποιος κερδίζει και ποιος πληρώνει το κόστος της: πίσω από την «εξωστρέφεια» και τη «βιώσιμη ανάπτυξη» υπάρχει μια συγκεκριμένη επιλογή για το ποιος ωφελείται και ποιος επιβαρύνεται.
Η Κρήτη είναι ήδη ισχυρός τουριστικός πυλώνας: το 2025 κατέγραψε πάνω από 4,3 δισ. ευρώ εισπράξεις και περίπου το 20% του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, με σχεδόν 200.000 κλίνες, το 60% και πλέον σε 4 και 5 αστέρων. Οι αριθμοί, όμως, δεν απαντούν στο βασικό: πώς ζει ο λαός μέσα σε αυτό το «θαύμα»;
Την ίδια στιγμή που καταγράφονται ρεκόρ, η ζωή για τους πολλούς που ιδρώνουν για τα κέρδη των λίγων γίνεται πιο δύσκολη. Στα Χανιά οι τιμές κατοικίας εκτινάχθηκαν μέσα σε έναν χρόνο σχεδόν κατά 20%, ενώ τα ενοίκια πιέζουν ασφυκτικά εργαζόμενους, νέους, εκπαιδευτικούς και υγειονομικούς που δεν μπορούν πια να ζήσουν στην πόλη όπου εργάζονται. Όταν ένα σπίτι αποφέρει περισσότερα ως τουριστικό προϊόν παρά ως μόνιμη κατοικία, ο κάτοικος γίνεται εμπόδιο στην «ανάπτυξη».
Το ίδιο ισχύει για το νερό. Ο ίδιος ο δήμαρχος αναγκάζεται να παραδεχτεί ότι ο επισκέπτης καταναλώνει πολλαπλάσια ποσότητα νερού από έναν μόνιμο κάτοικο, ακριβώς τους μήνες που η διαθεσιμότητα είναι χαμηλότερη. Το μοντέλο του πολυτελούς τουρισμού, με πισίνες, spa, γκολφ, μεγάλους κήπους, μαρίνες και σύνθετα τουριστικά χωριά, αυξάνει ακόμη περισσότερο την πίεση στους υδάτινους πόρους. Αυτό δεν είναι «βιώσιμη ανάπτυξη». Είναι μεταφορά του κόστους στις πλάτες του λαού.
Ούτε οι εργαζόμενοι ζουν την «επιτυχία» που παρουσιάζεται στα συνέδρια. Η ανάπτυξη που διαφημίζουν περνά μέσα από εξαντλητικά ωράρια, εντατικοποίηση, εποχικότητα, χαμηλούς μισθούς και ανασφάλεια. Περνά ακόμη και μέσα από νεκρούς εργάτες. Ο πρόσφατος θάνατος 69χρονου οικοδόμου στα Χανιά, που έπεσε από ύψος 5 μέτρων, θυμίζει ότι πίσω από τα ρεκόρ και τις επενδύσεις υπάρχουν άνθρωποι που δουλεύουν με πίεση, συχνά χωρίς επαρκή μέτρα προστασίας, για να τρέξουν έργα, μονάδες, σεζόν και κέρδη – ακόμα και άνθρωποι που θα έπρεπε να λαμβάνουν σύνταξη και να απολαμβάνουν τις τελευταίες δεκαετίες τους σε αυτή τη ζωή.
Αυτή η πορεία φαίνεται και από τα μεγάλα projects που ξεδιπλώνονται σε όλη την Κρήτη: πολυτελή resorts, branded residences, μαρίνες, τουριστικά χωριά, γήπεδα γκολφ, επενδύσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ. Στα Χανιά, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Costa Nopia στα Νοπήγεια, μια σύνθετη τουριστική και οικιστική ανάπτυξη μεγάλης κλίμακας, αλλά και ο επενδυτικός «οργασμός» της παραλιακής μετώπης της Νέας Χώρας. Τέτοια έργα δεν αποτελούν «μεμονωμένες επενδύσεις». Είναι κομμάτια ενός συνολικού σχεδίου μετατροπής μεγάλων εκτάσεων γης σε τουριστικά και οικιστικά assets υψηλής κερδοφορίας.
Κι ας μη γελιόμαστε για το ποιοι ελέγχουν την αγορά: οι διεθνείς αλυσίδες και οι tour operators κινούνται σε δισεκατομμύρια, όταν οι ακόμα και οι όποιοι κρητικοί όμιλοι μένουν σε δεκάδες ή εκατοντάδες εκατομμύρια. Στην TUI, τον μεγαλύτερο ξένο «παίκτη» στην Κρήτη, το 50%-60% των μετοχών ανήκει σε θεσμικούς επενδυτές, με κορυφαία ονόματα τις αμερικανικές BlackRock και Vanguard — οι ίδιες βασικοί μέτοχοι και της Marriott. Παράλληλα, οι μεγάλες υποδομές που στηρίζουν αυτό το μοντέλο —ο ΒΟΑΚ και το νέο αεροδρόμιο στο Καστέλι— κατασκευάζονται από τον όμιλο ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, ενώ η ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ πέρασε το 2024 στον κρατικό όμιλο Masdar των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Έτσι τουρισμός, δρόμοι, αεροδρόμια και ενέργεια γίνονται κρίκοι της ίδιας αλυσίδας κερδοφορίας, στα χέρια λίγων ισχυρών —ελληνικών και διεθνών— συμφερόντων.
Και εδώ ακριβώς φαίνεται ο ρόλος της Δημοτικής Αρχής, που αντί να αντισταθεί σε αυτή τη στρατηγική, την υπηρετεί και την ωραιοποιεί. Ο δήμαρχος γράφει με ικανοποίηση ότι για τη σημερινή εικόνα «δεν ανησυχούμε», παρουσιάζοντας ως επιτυχημένο το σημερινό μοντέλο. Ταυτόχρονα, όμως, πιεσμένος από την ίδια την πραγματικότητα και τις οξυμμένες αντιθέσεις, αναγκάζεται να κάνει λόγο για τις συνέπειές του — λειψυδρία, στεγαστική ασφυξία, εκτόπιση κατοίκων, κυκλοφοριακό, ακρίβεια. Εδώ είναι η μεγάλη αντίφαση: δεν γίνεται να θεωρείς σωστό το μοντέλο και ταυτόχρονα να διαπιστώνεις ότι γεννά όλα αυτά. Γιατί δεν είναι τυχαίες «παρενέργειες». Είναι το αποτέλεσμα μιας ανάπτυξης με κριτήριο το κέρδος και όχι τις ανάγκες των κατοίκων.
Το ίδιο ισχύει για το νέο Ειδικό Χωροταξικό για τον Τουρισμό που προωθεί η κυβέρνηση, που ο δήμαρχος χαρακτηρίζει ότι κινείται «προς τη σωστή κατεύθυνση», παρότι παραδέχεται πως αποκλείει μικρομεσαίους και τοπικούς ιδιοκτήτες γης. Αποκρύπτει, όμως, ότι δεν έρχεται για να «διορθώσει στρεβλώσεις», αλλά για να υπηρετήσει τη συγκέντρωση γης και χρήσεων στις πιο κερδοφόρες επενδύσεις. Ο αποκλεισμός των μικρών δεν είναι ατύχημα – είναι στοιχείο του σχεδίου. Να το παρουσιάζεις ως «σωστό» και ταυτόχρονα να ανησυχείς για όσους πετάει έξω, είναι πολιτική υπεκφυγή βγαλμένη από τα βασικά εγχειρίδια της σοσιαλδημοκρατίας.
Και δεν πρόκειται για λόγια, αλλά για αποφάσεις με όνομα και ημερομηνία. Από την εμμονή στη μαρίνα της Νέας Χώρας —που η Δημοτική Αρχή προωθεί κόντρα σε επιστημονική μελέτη του Πολυτεχνείου Κρήτης, την οποία πλήρωσε ο ίδιος ο Δήμος και που υποδείκνυε καταλληλότερη θέση, προειδοποιώντας για διάβρωση και υπερκορεσμό— μέχρι το ξεπούλημα του δημόσιου χώρου, η πυξίδα είναι μία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: ο δήμαρχος ευχαρίστησε δημόσια την κυρία Ντ. Μπακογιάννη που «μεσολάβησε», ώστε αντί να παραχωρήσει δωρεάν το κτίριο του πρώην ΙΚΑ στον Δήμο, του το «έδωσε» στην ίδια τιμή που θα το έδινε σε ξενοδόχο — μια συμφωνία που φορτώνει στους δημότες 5,7 εκατ. ευρώ, για ένα οικόπεδο που έχουν ήδη πληρώσει με τις εισφορές τους. Δεν είναι τυχαίο που η ίδια Δημοτική Αρχή αρνείται να συστήσει την Επιτροπή Δημόσιας Περιουσίας που της προτείναμε, για να διεκδικηθούν ακίνητα υπουργείων και ΝΠΔΔ πριν βγουν σε δημοπρασία για επενδυτές — όπως ήδη το παλιό ψυγείο της αγοράς ή, αύριο, το παλιό ψυχιατρείο.
Κι ας μην ξεχνάμε: ο ίδιος δήμαρχος που σήμερα «ανησυχεί» για τη στεγαστική κρίση είναι αυτός που, το καλοκαίρι του 2022, σε δημοσίευμα της γερμανικής BILD, μαζί με μεσίτη των Χανίων, καλούσαν τους Γερμανούς συνταξιούχους να έρθουν να ζήσουν και να αγοράσουν στα Χανιά, «μακριά από τις κρίσεις». Όταν ο δήμαρχος της πόλης, εκτελώντας χρέη μεσίτη, τη διαφημίζει ως φθηνό προορισμό για ξένα εισοδήματα, την ώρα που γιατροί, εκπαιδευτικοί και νέοι δεν βρίσκουν σπίτι, αυτό δεν είναι «αντίφαση». Είναι η υπηρέτηση μιας πολιτικής που ανάγει τη κατοικία ως επενδυτικό προϊόν και την απογυμνώνει από την κοινωνική της διάσταση. Και να υπενθυμίσουμε ότι δεν προέκυψε η στεγαστική κρίση μετά το 2022.
Απέναντι σε όλα αυτά, χρειάζεται καθαρή πολιτική θέση. Δεν αρκεί να μιλάμε για «ισορροπία», ούτε να ζητάμε λίγο καλύτερη διαχείριση του ίδιου δρόμου. Δεν αρκεί να αναγνωρίζουμε τα προβλήματα, αν δεν συγκρουόμαστε με τα συμφέροντα που τα γεννούν. Η στέγη δεν μπορεί να είναι επενδυτικό προϊόν. Το νερό δεν μπορεί να είναι πεδίο επιχειρηματικής αξιοποίησης. Η δημόσια γη δεν μπορεί να παραδίδεται σε ομίλους. Ο τουρισμός δεν μπορεί να οργανώνεται με κριτήριο την κερδοφορία των λίγων και να αφήνει στον λαό ακρίβεια, εξάντληση, έλλειψη κατοικίας και νεκρούς εργάτες.
Τα Χανιά δεν είναι χαρτοφυλάκιο. Δεν είναι μακέτα για συνέδρια, ούτε πεδίο δοκιμής επενδυτικών σχεδίων. Είναι πόλη με κατοίκους, εργαζόμενους, αυτοαπασχολούμενους, μικρούς αγρότες, παιδιά, σχολεία, νοσοκομείο, γειτονιές, μνήμη και ανάγκες. Ο δρόμος είναι μια πόλη και μια χώρα που θα αναπτύσσει την οικονομία της με βάση τις ανάγκες των πολλών που παράγουν, και όχι αυτών που παρασιτούν στην εργασία τους.
Καλούμε τον λαό των Χανίων, τα σωματεία, τους συλλόγους και τους φορείς της πόλης να δυναμώσουν τον αγώνα υπεράσπισης της δημόσιας περιουσίας, της στέγης, του νερού, των ελεύθερων χώρων και του δικαιώματος να ζούμε στον τόπο μας. Το μέλλον των Χανίων δεν μπορεί να αποφασίζεται σε πάνελ, δείπνα, επιχειρηματικά φόρουμ και κλειστά γραφεία. Πρέπει να το αποφασίσουν αυτοί που ζουν, εργάζονται και μεγαλώνουν τα παιδιά τους εδώ. Κι εμείς, οι εκλεγμένοι δημοτικοί σύμβουλοι της «Λαϊκής Συσπείρωσης» στον Δήμο Χανίων, είμαστε και θα επιμένουμε να είμαστε η φωνή τους, αναδεικνύοντας τους δύο κόσμους που συγκρούονται στην πόλη μας: τον κόσμο των πολλών, που μοχθούν παράγοντας, και τον κόσμο των λίγων, των επενδυτών και των εκπροσώπων τους.








